Ένα αφηρημένο γραφικό (Line Art) όπου μία συνεχή γραμμή σχηματίζει 2-3 πρόσωπα που κοιτούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, υποδηλώνοντας τη σύνδεση των γενιών.

Διαγενεαλογικό τραύμα: όταν το σώμα μας βιώνει τα τραύματα των προγόνων μας

Κλινικη Ψυχολογια

Αρχείο ήχου από το Ψυχολογείν: the audio files:

Υπάρχουν φορές που νιώθουμε ένα βάρος, μια διάχυτη ανησυχία ή φόβο που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Φαίνεται ότι όλα πηγαίνουν καλά στη ζωή μας, κι όμως εμείς κουβαλάμε ένα άγχος που μας φαίνεται ξένο. Σαν αυτό που νοιώθουμε να μην μας ανήκει και να μην ταυτίζεται με τις δικές μας εμπειρίες. Συνήθως, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα τέτοιο άγχος, ψάχνουμε να δουμε τι φταίει στη ζωή μας. “Ξεσκονίζουμε” σχέσεις, πρόσφατες ή παλαιότερες αρνητικές εμπειρίες, πράγματα που βιώσαμε ή σκέψεις που κάναμε.

Η σύγχρονη επιστήμη, όμως, μας υπενθυμίζει κάτι συγκλονιστικό. Κληρονομούμε όχι μόνο φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά και αόρατα αποτυπώματα των τραυματικών (σωματικών και ψυχικών) εμπειριών των προγόνων μας. Το παρελθόν των προγόνων μας δεν είναι απλά κάτι που πάει και πέρασε. Αφήνει τα δικά του αποτυπώματα που είναι ορατά στο σήμερα, στο δικό μας σώμα, στις δικές μας σκέψεις. Ίσως λοιπόν αυτό το βάρος δεν είναι κάτι πλήρως ανεξήγητο, αλλά ένα διαγενεαολογικό τραύμα που επιδρά ακόμη πάνω μας.

Τραύμα: από το ατομικό στο διαγενεαλογικό

Για χρόνια το τραύμα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ένα ατομικό ζήτημα. Κάποιος βίωσε κάτι τραυματικό στην παιδική του ηλικία ή στην ενήλικη ζωή και αυτό το βίωμα του δημιούργησε κάποιου είδους συναισθηματικές ή/και συμπεριφορικές δυσκολίες στην καθημερινότητά του. Φυσικά αυτό ισχύει. Καταστάσεις που βιώνονται ως δύσκολες από κάποιον μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τον εαυτό του, τις σχέσεις του με το περιβάλλον και τους συνανθρώπους του. Ως δύσκολη κατάσταση μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό για τον καθένα. Μπορεί δύο άτομα να έχουν παρόμοια ή ακριβώς τα ίδια βιώματα, αλλά να τα αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο και αντίστοιχα να τα “μεταβολίζουν” διαφορετικά. Έτσι, ένα άτομο μπορεί να έρθει αντιμέτωπο με ένα τραύμα, ενώ ένα άλλο, όχι. Αλλά, όπως και να έχει, όταν αντιλαμβάνεσαι το τραύμα ως αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής “πληγής”, εστιάζεις στο πως δημιουργείται το τραύμα στον καθένα μας και στο ποιες ατομικές εμπειρίες μπορεί να μας το προκαλέσουν ή να το κάνουν χειρότερο.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, η έρευνα ανέτρεψε την αντίληψη του τραύματος ως μια ατομική εμπειρία. Αυτό που έχει παρατηρηθεί είναι πως ένα τραύμα μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το άτομο, αλλά και τους απογόνους του. Αυτή η παρατήρηση άνοιξε το δρόμο για την ανάλυση του τραύματος από μία επιγενετική σκοπιά. Η επιγενετική, στα πλαίσια της βιολογίας, είναι η μελέτη των αλλαγών στα εξωτερικά χαρακτηριστικά (και, στα πλαίσια της ψυχολογίας, τη συμπεριφορά) που δεν εξηγούνται βάσει τροποποιήσεων του DNA, αλλά βάσει περιβαλλοντικών παραγόντων. Με απλά λόγια, στα πλαίσια της ψυχολογίας, ένα τραύμα χαρακτηρίζεται ως επιγενετικό και κατ’ επέκταση διαγενεαλογικό φαινόμενο όταν οι επιπτώσεις του φαίνονται στο άμεσο περιβάλλον του ατόμου, στα παιδιά ή ακόμη και τα εγγόνια του. Το τραύμα γίνεται ένας κύκλος συμπεριφορών που ανακυκλώνονται. Ένα άτομο μαθαίνει να ζει με το τραύμα και περνάει στην επόμενη γενιά τις φοβίες, τους μηχανισμούς άμυνας και επιβίωσης που έχει αναπτύξει απέναντι στις δυσκολίες.

Οι δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει κάποιος στη ζωή του, ειδικά το χρόνιο στρες, η φτώχεια, η βία, η μετανάστευση ή οι διωγμοί μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα γονίδιά μας χωρίς να αλλάζουν την ίδια τη σειρά του DNA. Αυτή η αλλαγή στην έκφραση των γονιδίων επηρεάζει τη λειτουργία διάφορων συστημάτων του οργανισμού, μεταξύ των οποίων και η αντίδραση απέναντι στο στρες. Μια χαρακτηριστική έρευνα κατέγραψε επιγενετικές αλλαγές στα γονίδια σε επιζώντες του Ολοκαυτώματος και στα παιδιά τους, υποδηλώνοντας ότι η ανταπόκριση κάποιου στο περιβαλλοντικό στρες μπορεί να μεταβιβαστεί μεταξύ γενεών [1]. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί είναι “καταδικασμένο” και έρμαιο των γονιδίων, αλλά ότι έχει συγκεκριμένη προδιάθεση. Το αν και πως θα εκδηλωθεί αυτή η προδιάθεση εξαρτάται από τις ατομικές εμπειρίες μας.

Βιολογία και περιβάλλον

Βλέπουμε δηλαδή ότι η βιολογία δεν δρα απομονωμένα. Σχετίζεται άμεσα με την ψυχολογία και τις οικογενειακές σχέσεις. Τα ανεπίλυτα πένθη και τα οικογενειακά μυστικά δεν εξαφανίζονται επειδή δεν αποκαλύπτονται. Η σιωπή λειτουργεί σαν μια πολύ βαριά κουβέρτα που φαινομενικά προστατεύει τα παιδιά μιας οικογένειας, αλλά ταυτόχρονα τα εμποδίζει να αποκτήσουν μια σαφή και σταθερή εικόνα των οικογενειακών ιστοριών και σχέσεων. Όταν οι γονείς, συνήθως από προστασία, αποφεύγουν να μιλήσουν για τραύματα, τα παιδιά συχνά απορροφούν την ένταση και την απόσυρση ως δικό τους “πρόβλημα”. Όταν το τραύμα δεν εκφράζεται με λέξεις, εγκλωβίζεται στο νευρικό σύστημα όσων το έχουν βιώσει. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον συνεχούς εγρήγορσης ή αποφυγής των άλλων (ως αποτέλεσμα προηγούμενου τραύματος όπως π.χ. ένας διωγμός) μαθαίνει να θεωρεί τον κόσμο εγγενώς απειλητικό, με επιπτώσεις στις σχέσεις του, στην αυτοεκτίμηση και στην ψυχική ανθεκτικότητα.

Τα τελευταία χρόνια η έρευνα έδειξε ότι οι επιγενετικές αλλαγές δεν είναι πάντα μόνιμες. Πολλές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει μια πλαστικότητα σε αυτές τις επιγενετικές αλλαγές, καθώς αυτές φαίνεται πως μπορούν να τροποποιηθούν όταν βελτιώνονται οι περιβαλλοντικές συνθήκες και όταν υπάρχουν υποστηρικτικές σχέσεις ή ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Μελέτες νευροαπεικόνισης δείχνουν ότι η χρόνια έκθεση στο στρες επηρεάζει τη δομή και λειτουργία περιοχών όπως ο ιππόκαμπος και η αμυγδαλή, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν στοιχεία ότι η ψυχοθεραπεία και τεχνικές ρύθμισης μπορούν να συμβάλλουν στην επανασύνδεση και την επαναλειτουργία αυτών των δικτύων του εγκεφάλου [2] [3] .

Αν έχω βιώσει τραύμα, πως βοηθάω το παιδί μου;

Σίγουρα, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, εάν έχετε βιώσει κάποιο τραύμα, σας έχει γεννηθεί μια απορία. Ως γονιός, μπορώ να κάνω κάτι για να προστατεύσω το παιδί μου από το διαγενεαλογικό τραύμα; Η απάντηση είναι πως ήδη έχετε κάνει το πρώτο βήμα…

Το πρώτο βήμα είναι η εσωτερική παρατήρηση. Δείτε τον εαυτό σας δίχως κριτική διάθεση. Εντοπίστε πότε και σε ποιες καταστάσεις νιώθετε υπερβολικό άγχος. Η ήρεμη, προσαρμοσμένη συζήτηση με τα παιδιά για δυσκολίες του παρελθόντος σας χωρίς να μπείτε σε πολλές λεπτομέρειες που μπορεί να τα επιβαρύνουν, τα βοηθά να κατανοήσουν τη συμπεριφορά σας, δίχως να φοβηθούν. Καθημερινές ρουτίνες ρύθμισης, όπως σύντομες ασκήσεις αναπνοής, περπάτημα ή μικρά διαλείμματα γείωσης, μειώνουν την υπερένταση που ενδεχομένως βιώνετε. Όταν το άγχος είναι επίμονο, η αναζήτηση κατάλληλης ψυχοθεραπευτικής υποστήριξης από ειδικούς ψυχικής υγείας, με εμπειρία στο τραύμα, μπορεί να φέρει σημαντικά αποτελέσματα.

Υπάρχει ελπίδα μετά από ένα τραύμα;

Όπως είπαμε τίποτα δεν “χαράσσεται” οριστικά στα γονίδιά μας. Η επιγενετική και ο εγκέφαλος έχουν σημαντικό βαθμό πλαστικότητας, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο αλλαγών. Με ατομική, ψυχολογική υποστήριξη και αλλαγές στο περιβάλλον οι χημικοί δείκτες του στρες μπορούν να αλλάξουν. Η ψυχοθεραπεία λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της αλλαγής: αναγνωρίζοντας το τραύμα και δουλεύοντας με το σώμα και τις σχέσεις, μπορούμε να διαχωρίσουμε το παρελθόν από το παρόν και να ζήσουμε τη ζωή μας με αυθεντικότητα, χωρίς ψεύτικες μάσκες και όσο το δυνατόν πιο πλήρη (ή έστω αυξημένη) λειτουργικότητα. Με τον τρόπο αυτό στηρίζουμε όχι μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τα αγαπημένα πρόσωπα του περιβάλλοντός μας.

Εισαγωγική εικόνα: Gemini Google AI

 

Βιβλιογραφία / Παραπομπές

  1. Yehuda, R., Daskalakis, N. P., Bierer, L. M., Bader, H. N., Klengel, T., Holsboer, F., & Binder, E. B. (2016). Holocaust exposure induced intergenerational effects on FKBP5 methylation. Biological Psychiatry, 80(5), 372–380. https://doi.org/10.1016/j.biopsych.2015.08.005[]
  2. Synovec, C. E. (2020). The Body Keeps the Score: Brain, Mind, and Body in the Healing of Trauma (Reprint Edition) B. Van der Kolk, New York, NY: Penguin Books[]
  3. McEwen, B. S. (2017). Neurobiological and systemic effects of chronic stress. Chronic Stress, 1. https://doi.org/10.1177/2470547017692328[]
Δημήτρης Αγοραστός