Άγχος εξετάσεων: ο ρόλος του κοινωνικού πλαισίου

Σχολική Ψυχολογια

Καθώς πλησιάζει η περίοδος των εξετάσεων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η καθημερινότητα πολλών οικογενειών αρχίζει να αλλάζει. Το διάβασμα των μαθητών φυσικά αυξάνεται, οι ώρες ξεκούρασης μειώνονται και η ένταση γίνεται σαφώς πιο αισθητή, ακόμη και σε μικρές καθημερινές στιγμές. Οι μαθητές που βιώνουν πίεση αυτή την περίοδο μπορεί να αναπτύξουν συμπεριφορές που μπορεί να προβληματίσουν τους γονείς. Ευερεθιστότητα, απόσυρση ή, φυσικά, υπερβολική εκδήλωση άγχους ακόμη και με σωματοποιητικά συμπτώματα (π.χ. πόνοι στο στομάχι, ξηροδερμία στο τριχωτό της κεφαλής) είναι μερικές συμπεριφορές που παρατηρούμε συχνά κατά την περίοδο της προετοιμασίας για τις εξετάσεις.

Δυστυχώς, στην ελληνική πραγματικότητα, οι εξετάσεις, και ιδιαίτερα οι Πανελλήνιες, δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως μια σχολική διαδικασία. Συχνά αποκτούν έναν ευρύτερο συμβολισμό, σαν να αποτελούν ένα καθοριστικό σημείο που θα κρίνει το μέλλον του παιδιού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το άγχος δεν αφορά μόνο την προσπάθεια του ίδιου του μαθητή, αλλά συνδέεται και με προσδοκίες, συγκρίσεις ακόμη και από τον περίγυρο του παιδιού και μια γενικότερη αίσθηση ότι δεν υπάρχει περιθώριο λάθους.

Το άγχος των εξετάσεων, βέβαια, δεν είναι από μόνο του κάτι αρνητικό. Σε έναν βαθμό, αποτελεί μια φυσιολογική αντίδραση που κινητοποιεί το άτομο να προετοιμαστεί και να αποδώσει. Όταν όμως γίνεται έντονο, επίμονο ή δυσκολεύει τη συγκέντρωση και την καθημερινότητα του παιδιού, τότε αρχίζει να λειτουργεί αντίστροφα από τον σκοπό του.

Αυτό που αξίζει να διερευνήσουμε, λοιπόν, δεν είναι μόνο το αν τα παιδιά αγχώνονται, αλλά γιατί το άγχος αυτό φαίνεται να γίνεται τόσο έντονο, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα εκπαιδευτικά και κοινωνικά πλαίσια. Και κυρίως, τι είναι αυτό που βιώνει ένα παιδί μέσα σε αυτή τη διαδικασία.

Τι είναι το άγχος των εξετάσεων

Το άγχος των εξετάσεων είναι μια εμπειρία που οι περισσότεροι έχουμε γνωρίσει σε κάποιο στάδιο της μαθητικής μας ζωής. Όπως αναφέραμε ήδη, δεν πρόκειται απαραίτητα για κάτι αρνητικό. Σε έναν βαθμό, το άγχος λειτουργεί ως ένας μηχανισμός ενεργοποίησης: βοηθά το άτομο να συγκεντρωθεί, να οργανωθεί και να προετοιμαστεί καλύτερα για μια απαιτητική κατάσταση. Είναι ένας μηχανισμός δηλαδή που μπορεί να μας  κρατά σε εγρήγορση και να μας κινητοποιεί.

Ωστόσο, το άγχος δεν λειτουργεί πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ένα μέτριο επίπεδο άγχους μπορεί να ενισχύσει την απόδοση, αλλά το υπερβολικό τείνει να την αποδυναμώνει. Όταν η έντασή του ξεπερνά ένα ορισμένο σημείο, αρχίζει να επηρεάζει αρνητικά την απόδοση. Στην περίπτωση ενός μαθητή που δίνει εξετάσεις, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε δυσκολία συγκέντρωσης, στην αίσθηση ότι όλα σβήνουν από τη μνήμη του τη στιγμή που βλέπει το γραπτό ή σε σκέψεις αποτυχίας. Στην περίπτωση των παιδιών και των εφήβων, το άγχος των εξετάσεων συχνά συνοδεύεται όχι μόνο από γνωστικές δυσκολίες, αλλά και από έντονες σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις. Μπορεί να εμφανίζονται συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, πονοκέφαλοι ή διαταραχές ύπνου, αλλά και να κυριαρχούν σκέψεις αναξιότητας αλλά και υπερβολικού άγχους. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι αυτού του είδους οι σκέψεις και οι γνωστικές διεργασίες δεν σχετίζονται μόνο με τη συγκεκριμένη εξέταση, αλλά συχνά συνδέονται με το πώς το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και την αξία του.

Φυσικά, όπως πολλές ψυχολογικές διεργασίες, το άγχος των εξετάσεων δεν εμφανίζεται σε όλους με έναν ενιαίο τρόπο και στην ίδια ένταση. Για κάποια παιδιά παραμένει διαχειρίσιμο και παροδικό. Για άλλα όμως μπορεί να γίνει επίμονο και να επηρεάσει όχι μόνο την επίδοσή τους, αλλά και τη γενικότερη ψυχολογική τους κατάσταση ή ακόμη και την ευρύτερη λειτουργικότητά τους στην καθημερινότητα. Έρευνες δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών βιώνει αυξημένα επίπεδα άγχους σε συνθήκες αξιολόγησης, ιδιαίτερα όταν οι εξετάσεις θεωρούνται υψηλού διακυβεύματος από τον κοινωνικό περίγυρο και τα ίδια τα παιδιά [1] .

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανίσουμε το άγχος, αλλά να κατανοήσουμε πότε και γιατί μετατρέπεται από έναν βοηθητικό μηχανισμό σε μια εμπειρία που δυσκολεύει το παιδί να λειτουργήσει. Και σε αυτό το σημείο αξίζει να εστιάσουμε την προσοχή μας στο περιβάλλον των μαθητών. Ο τρόπος με τον οποίο το περιβάλλον νοηματοδοτεί τις εξετάσεις φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο.

Ελλάδα: γιατί κυριαρχεί το άγχος εξετάσεων;

Αν και το άγχος των εξετάσεων είναι ένα φαινόμενο που συναντάται σε πολλές χώρες, η έντασή του δεν είναι ίδια παντού. Στην Ελλάδα, οι εξετάσεις, και ιδιαίτερα οι Πανελλήνιες στην Γ Λυκείου, φαίνεται να αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα, πέραν του εκπαιδευτικού τους περιεχομένου και στόχου.

Ένας βασικός λόγος είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται το εκπαιδευτικό σύστημα. Οι Πανελλήνιες λειτουργούν ως μια διαδικασία υψηλού διακυβεύματος, κάτι που, όπως είπαμε, αυξάνει τα επίπεδα άγχους. Η επίδοση των μαθητών τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που δίνουν εξετάσεις μπορεί να καθορίσει την πρόσβαση (ή όχι) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όταν οι επιλογές εμφανίζονται ως περιορισμένες και το αποτέλεσμα ως καθοριστικό, είναι αναμενόμενο το άγχος να εντείνεται.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και το οικογενειακό πλαίσιο. Στην ελληνική κουλτούρα, η εκπαίδευση συνδέεται συχνά με την κοινωνική κινητικότητα και την επαγγελματική και οικονομική ασφάλεια. Οι γονείς επενδύουν χρόνο, προσπάθεια και συχνά σημαντικούς οικονομικούς πόρους στην προετοιμασία των παιδιών τους. Αυτή η επένδυση γίνεται φυσικά με πολύ καλή πρόθεση, αλλά μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση ευθύνης που νιώθει το παιδί. Δεν είναι σπάνιο στη χώρα μας ένας έφηβος να αισθάνεται ότι δεν δίνει εξετάσεις μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων σημαντικών προσώπων της ζωής του.

Σε αυτό προστίθεται και η έντονη κουλτούρα σύγκρισης. Οι βαθμοί, οι σχολές, οι “επιτυχίες” και οι “αποτυχίες” συζητιούνται δημόσια, συχνά με τρόπο που ενισχύει την αίσθηση ότι το κάθε παιδί συγκρίνεται συνεχώς με τους άλλους και όχι ότι κάνει μια ατομική προσπάθεια. Το παιδί δεν συγκρίνει απλώς τον εαυτό του με έναν στόχο, αλλά και με τους συνομηλίκους του στην τάξη αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Αυτό, αντιλαμβανόμαστε, είναι ιδιαίτερα βαρύ.

Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο νοηματοδοτούνται οι εξετάσεις στον δημόσιο λόγο παίζει τον δικό του ρόλο. Πόσο συχνά ακούμε υπερβολές όπως “οι μαθητές δίνουν την πιο σημαντική μάχη” ή ότι “παλεύουν για το μέλλον τους”. Αυτές οι εκφράσεις, όσο κλισέ και εάν ακούγονται όταν φτάνουν στα αυτιά μας κάθε χρόνο από τα ΜΜΕ, ενισχύουν την πίεση που βιώνουν οι μαθητές. Όταν μια εμπειρία παρουσιάζεται ως καθοριστική για την αξία ή την πορεία ενός ανθρώπου, είναι δύσκολο για ένα παιδί να τη δει με ψυχραιμία. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι οι μαθητές της Γ Λυκείου παραμένουν έφηβοι, με έναν συνεχώς αναπτυσσόμενο εγκέφαλο που ακόμη δεν έχει ωριμάσει σε επαρκή βαθμό για να αξιολογήσει με “ψύχραιμο” τρόπο το τι σημαίνουν οι εξετάσεις και το πόσο ρευστή είναι η ενήλικη ζωή και οι επιλογές που θα συναντήσει μπροστά του αργότερα.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το άγχος είναι αναπόφευκτο ή ότι δεν μπορεί να ρυθμιστεί. Δείχνουν όμως ότι το άγχος των εξετάσεων δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση. Διαμορφώνεται μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προσδοκιών, αξιών και κοινωνικών μηνυμάτων, το οποίο επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται αυτό που καλείται να κάνει.

Τι συμβαίνει στο παιδί όταν το άγχος γίνεται έντονο

Όταν το άγχος των εξετάσεων ξεπερνά ένα διαχειρίσιμο επίπεδο, η εμπειρία αλλάζει αισθητά. Δεν πρόκειται πια για εκείνη τη δημιουργική ένταση που κινητοποιεί τους μαθητές, αλλά για έναν χείμαρρο συναισθημάτων, σκέψεων και σωματικών αισθήσεων που μπορεί να τους παραλύσει. Πολλά παιδιά περιγράφουν ότι, ενώ έχουν διαβάσει και γνωρίζουν την ύλη, τη στιγμή της εξέτασης νιώθουν σαν να αδειάζει το μυαλό τους. Η σκέψη γίνεται πιο αργή, η συγκέντρωση διασπάται και δυσκολεύονται να θυμηθούν αυτά που έχουν διαβάσει άπειρες ώρες το προηγούμενο διάστημα.

Το άγχος είναι ουσιαστικά η αντίληψη μιας ενδεχόμενης απειλής που έρχεται. Όταν ο οργανισμός αντιλαμβάνεται μια κατάσταση ως απειλητική, ενεργοποιείται το σύστημα αντιμετώπισης της πίεσης αυτής. Αυξάνεται η διέγερση, η προσοχή στρέφεται στην “απειλή” (άρα το άτομο δεν σκέφτεται καθαρά) και το σώμα προετοιμάζεται για δράση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, λειτουργίες όπως η εργαζόμενη μνήμη, η μακρόχρονη μνήμη και η συγκέντρωση μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά [2] .

Παράλληλα, το παιδί δεν βιώνει μόνο γνωστικές δυσκολίες. Όπως αναφέραμε ήδη, το σώμα συμμετέχει ενεργά σε αυτή την εμπειρία. Συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, εφίδρωση, στομαχόπονος ή διαταραχές ύπνου είναι αρκετά συνηθισμένα. Φυσικά, αυτές οι σωματικές αντιδράσεις μπορεί να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το άγχος, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο: το παιδί ανησυχεί για το πώς νιώθει, και αυτή η ανησυχία αυξάνει περαιτέρω τη δυσφορία.

Σε γνωστικό επίπεδο, οι σκέψεις που συνοδεύουν το έντονο άγχος συχνά παίρνουν μια απόλυτη μορφή. Δεν πρόκειται απλώς για την ανησυχία ενός μαθητή για το εάν έγραψε καλά. Σκέψεις ματαιότητας, υπερβολικές αναλύσεις και η καταστροφολογία, που προωθεί πολλές φορές και το κοινωνικό περιβάλλον έχουν αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο ένας μαθητής βλέπει τον εαυτό του και το μέλλον του. Αυτού του είδους οι σκέψεις, που σχετίζονται με την αυτοαξία και το μέλλον, αυξάνουν την πίεση που βιώνει το παιδί και κάνουν την εμπειρία της εξέτασης να μοιάζει πιο απειλητική από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Φυσικά, τα παιδιά δεν αντιδρούν όλα με τον ίδιο τρόπο. Κάποια εξωτερικεύουν το άγχος τους, δείχνοντας ένταση, ευερεθιστότητα ή θυμό. Άλλα αποσύρονται, γίνονται πιο σιωπηλά ή φαίνονται αδιάφορα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποφυγή, όπως η αναβολή του διαβάσματος, μπορεί να είναι μια προσπάθεια του παιδιού να μειώσει το άγχος που νιώθει, ακόμη κι αν μακροπρόθεσμα το εντείνει.

Όλα αυτά μας δείχνουν ότι το άγχος των εξετάσεων δεν είναι απλώς κάτι που βρίσκεται στο μυαλό των παιδιών. Είναι μια συνολική εμπειρία που αφορά το σώμα, τη σκέψη, το συναίσθημα αλλά και ολόκληρη την κοινωνία μας. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που, όταν γίνεται έντονο, δεν αντιμετωπίζεται εύκολα με απλές συμβουλές ή παροτρύνσεις. Χρειάζεται κατανόηση του τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού.

Ο ρόλος των γονέων

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ο ρόλος των γονέων είναι καθοριστικός, αλλά συχνά και ιδιαίτερα απαιτητικός. Οι ίδιοι καλούνται να στηρίξουν το παιδί τους σε μια περίοδο έντονης πίεσης, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται τις δικές τους ανησυχίες και προσδοκίες. Δεν είναι πάντα εύκολο να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ενθάρρυνση και στην πίεση, ειδικά όταν το διακύβευμα φαίνεται μεγάλο.

Ακόμη και φράσεις που εκφράζουν ενδιαφέρον και φροντίδα μπορεί, σε ορισμένες στιγμές, να ενισχύσουν το άγχος του παιδιού. Για παράδειγμα, μια προτροπή των γονιών προς το παιδί, λέγοντάς του ότι έχει δυνατότητες και ότι αρκεί να κάνει την προσπάθεια, μπορεί να γίνει αντιληπτή ως υπενθύμιση ότι η επιτυχία είναι αναμενόμενη και ότι η αποτυχία δεν είναι εύκολα αποδεκτή γιατί σημαίνει ότι απλά το παιδί δεν διάβασε “σωστά” ή δεν προσπάθησε.

Ταυτόχρονα, το άγχος των γονέων συχνά μεταφέρεται, ακόμη και άθελά τους. Έρευνες δείχνουν ότι η γονεϊκή πίεση και οι υψηλές προσδοκίες μπορούν να συνδεθούν με αυξημένα επίπεδα άγχους στα παιδιά, ιδιαίτερα όταν αυτά νιώθουν ότι η αποδοχή εξαρτάται από την επίδοσή τους [3] . Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς προκαλούν το άγχος, αλλά ότι αποτελούν μέρος του συναισθηματικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτό διαμορφώνεται.

Από την άλλη πλευρά, η παρουσία ενός γονέα που παραμένει σταθερός και διαθέσιμος μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά. Όταν το παιδί νιώθει ότι έχει έναν ενήλικα που το ακούει χωρίς να το κρίνει, που αναγνωρίζει την προσπάθειά του ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και που μπορεί να αντέξει το άγχος του χωρίς να το εντείνει, τότε δημιουργείται ένας χώρος ασφάλειας. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, το άγχος, ακόμη κι αν δεν εξαφανίζεται, γίνεται πιο διαχειρίσιμο.

Η μεγαλύτερη δυσκολία για τον γονέα είναι να παραμείνει δίπλα του χωρίς να παρασυρθεί από το άγχος. Να αντέξει την αβεβαιότητα, να αποφύγει την παγίδα της συνεχούς υπενθύμισης και να δώσει χώρο στο παιδί να βιώσει αυτή την εμπειρία ως δική του πορεία, όχι ως δοκιμασία που πρέπει να περάσει για να αξίζει.

Τι πραγματικά βοηθά το παιδί σε αυτή τη φάση

Μπροστά στο άγχος των εξετάσεων, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση των ενηλίκων είναι συχνά να αναζητήσουν τρόπους για να το μειώσουν. Ωστόσο, στην πράξη, αυτό που φαίνεται να βοηθά περισσότερο δεν είναι τόσο η προσπάθεια ελέγχου του άγχους, όσο η δημιουργία ενός πλαισίου μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να το αντέξει και να το διαχειριστεί.

Ένα τέτοιο πλαίσιο ξεκινά από τη σταθερότητα της καθημερινότητας. Μικρές, προβλέψιμες ρουτίνες (ώρες ξεκούρασης, φαγητό, σωματική εκτόνωση, ύπνος) λειτουργούν ως σημεία αναφοράς σε μια περίοδο που κατά τα άλλα χαρακτηρίζεται από ένταση και αβεβαιότητα. Η επαρκής ξεκούραση και ο ύπνος συνδέονται με καλύτερη συναισθηματική ρύθμιση και γνωστική λειτουργία, στοιχεία που επηρεάζουν άμεσα και την απόδοση.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η επικοινωνία. Ένα παιδί που μπορεί να εκφράσει το άγχος του χωρίς να φοβάται ότι θα διορθωθεί, θα κριθεί ή θα καθησυχαστεί βιαστικά, έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να το κατανοήσει και να το διαχειριστεί. Συχνά, η απλή αναγνώριση (“βλέπω ότι είσαι πιεσμένος”) λειτουργεί πιο υποστηρικτικά από μια σειρά οδηγιών για το τι πρέπει να κάνει.

Εξίσου σημαντική είναι και η στάση απέναντι στο αποτέλεσμα των εξετάσεων. Είναι βοηθητικό για έναν μαθητή όταν η συζήτηση εστιάζει όχι τόσο στον βαθμό που θα πάρει, αλλά στο πως μπορεί να οργανώσει την καθημερινότητα του με τρόπο που να το βοηθάει να αντιμετωπίσει τις τυχόν δυσκολίες, δίνοντας χώρο να εκφραστεί συναισθηματικά. 

Επιπλέον, χρειάζεται να υπάρχει και χώρος για παύση. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχεί η αντίληψη ότι κάθε λεπτό μετράει και κάθε λεπτό μακριά από το βιβλίο είναι χάσιμο χρόνου, η ξεκούραση συχνά βιώνεται ως απώλεια χρόνου. Ωστόσο, μικρά διαλείμματα, στιγμές χαλάρωσης ή δραστηριότητες που δεν σχετίζονται με το διάβασμα δεν αποδυναμώνουν την προσπάθεια. Αντίθετα, λειτουργούν ως απαραίτητες ανάσες που επιτρέπουν στο παιδί να επιστρέψει σε αυτό με περισσότερη συγκέντρωση.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί σε αυτή τη φάση δεν είναι να απαλλαγεί από το άγχος, αλλά να νιώσει ότι δεν είναι μόνο του μέσα σε αυτό. Ότι υπάρχει ένας χώρος όπου μπορεί να σταθεί χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει κάτι.

Συμπέρασμα

Οι εξετάσεις αποτελούν, αναμφίβολα, μια σημαντική περίοδο στη ζωή ενός παιδιού. Συνοδεύονται από προσπάθεια, προσδοκίες και έντονα συναισθήματα. Το άγχος που τις συνοδεύει δεν είναι κάτι ασυνήθιστο ούτε απαραίτητα προβληματικό.

Ωστόσο, όταν το άγχος γίνεται υπερβολικό, αρχίζει να χάνει τον υποστηρικτικό του ρόλο και να μετατρέπεται σε εμπόδιο. Και τότε, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι να πιέσουμε το παιδί να αντέξει λίγο ακόμα την πίεση, αλλά να κατανοήσουμε τι βιώνει και να του προσφέρουμε έναν χώρο όπου μπορεί να σταθεί με ασφάλεια.

Η τελική απόδοση στις εξετάσεις δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο έχει διαβάσει ένα παιδί, αλλά και από το πώς νιώθει τη στιγμή που καλείται να αποδώσει. Οι παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη ενός παιδιού, όπως είναι η σταθερότητα, η αποδοχή, και η συναισθηματική σύνδεση, παραμένουν σημαντικοί σε περιόδους έντονης πίεσης.

Το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ένα παιδί θα πετύχει στις εξετάσεις, αλλά πώς θα περάσει μέσα από αυτή τη διαδικασία. Αν θα νιώσει ότι η αξία του εξαρτάται από το αποτέλεσμα ή αν θα βιώσει ότι, ανεξάρτητα από αυτό, υπάρχει ένας σταθερός χώρος όπου μπορεί να ανήκει.

Στο τέλος, τα παιδιά δεν θυμούνται μόνο τις επιδόσεις τους. Θυμούνται κυρίως πώς ένιωσαν κατά την προσπάθεια να αποδώσουν. Και αυτό είναι που συχνά τα συνοδεύει πολύ περισσότερο από έναν βαθμό.

Βιβλιογραφία / Παραπομπές

  1. Segool, N.K., Carlson, J.S., Goforth, A.N., von der Embse, N. and Barterian, J.A. (2013), HEIGHTENED TEST ANXIETY AMONG YOUNG CHILDREN: ELEMENTARY SCHOOL STUDENTS’ ANXIOUS RESPONSES TO HIGH-STAKES TESTING. Psychol. Schs., 50: 489-499. https://doi.org/10.1002/pits.21689[]
  2. Eysenck, M. W., Derakshan, N., Santos, R., & Calvo, M. G. (2007). Anxiety and cognitive performance: Attentional control theory. Emotion, 7(2), 336–353. https://doi.org/10.1037/1528-3542.7.2.336[]
  3. Yamamoto, Y., & Holloway, S. D. (2010). Parental expectations and children’s academic performance in sociocultural context. Educational Psychology Review, 22(3), 189–214. https://doi.org/10.1007/s10648-010-9121-z[]
Δημήτρης Αγοραστός