Στην Ελλάδα του σήμερα, η πολιτική επικαιρότητα χαρακτηρίζεται θα λέγαμε, πολύ κομψά, από ένταση. Για να είμαστε δίκαιοι, αυτή η ένταση κυριαρχεί στην παγκόσμια πολιτική πραγματικότητα. Η γλώσσα του τραμπισμού εξαπλώνεται σαφώς και εκτός ΗΠΑ, ενώ γενικότερα οι συντηρητικές, αυταρχικές φωνές ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Εάν λάβουμε υπόψη και την τεχνολογική πραγματικότητα στην καθημερινότητά μας, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Το τεχνολογικό τοπίο χαρακτηρίζεται από αλγορίθμους που θέλουν να μας εμφανίζουν περιεχόμενο που είναι συναισθηματικά φορτισμένο με στόχο να κερδίσουν την προσοχή μας. Οπότε αντιλαμβανόμαστε πως η καθημερινότητα όποιου θέλει να ασχολείται με την πολιτική είναι γεμάτη τοξικότητα. Όμως, πίσω από την ένταση, κρύβονται ψυχολογικοί μηχανισμοί που επηρεάζουν άμεσα την κρίση μας, την ψυχική μας υγεία και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα γύρω μας.
Συχνά αναρωτιόμαστε γιατί οι ακραίες, αυταρχικές και συχνά εξαιρετικά παράλογες φωνές κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο. Η απάντηση εν μέρει κρύβεται στην προκατάληψη της αρνητικότητας. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξελικτικά προγραμματισμένος να δίνει μεγαλύτερη σημασία σε απειλητικά ή εξοργιστικά ερεθίσματα για λόγους επιβίωσης. Έτσι, ενώ μπορεί να διαβάζουμε πολλά ουδέτερα ή ακόμη και ευχάριστα πράγματα, εμείς τείνουμε να προσέχουμε τον “εχθρό”, το αρνητικό μήνυμα το οποίο πρέπει να επεξεργαστούμε, σύμφωνα με τον “πρωτόγονο” εγκέφαλό μας. Σήμερα, αυτό το ένστικτο μετατρέπεται σε ragebait, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μας μέσω των αλγορίθμων και προκαλώντας αυτό που θα λέγαμε κυριαρχία της αμυγδαλής, του κέντρου του φόβου στον εγκέφαλό μας, η οποία παρακάμπτει τη λογική σκέψη. Για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι όλα θέμα αυτοματοποιημένων αλγορίθμων. Όταν ένα πολιτικό πρόσωπο κάνει ακραίες δηλώσεις για ευαίσθητα θέματα, συχνά ξέρει ότι θα προκαλέσει και ίσως κάνει τις δηλώσεις έχοντας την πρόκληση ως αυτοσκοπό για να τραβήξει την προσοχή μας. Με απλά λόγια, θέλει να ασχολούμαστε μαζί του και ο εγκέφαλός μας “τσιμπάει” γιατί έτσι είναι προγραμματισμένος να κάνει.
Μετατόπιση του αποδεκτού: παράθυρο Overton
Όταν ακούγεται μια ακραία πρόταση, ανεφάρμοστη, χωρίς λογική, που στοχεύει στο συναίσθημά μας τότε συμβαίνει και κάτι άλλο αξιοπρόσεκτο στο δημόσιο πολιτικό λόγο που οι επαγγελματίες πολιτικοί το ξέρουν καλά. Η ακραία πρόταση λειτουργεί ως μια ψυχολογική “άγκυρα” (anchoring effect) όπου παίρνουμε την ακραία δήλωση ως μέτρο σύγκρισης για ότι άλλο ειπωθεί. Εκ των πραγμάτων ότι άλλο ακουστεί πέραν της ακραίας δήλωσης φυσικά και θα ακούγεται ως λιγότερο ακραίο και σαφώς πιο λογικό. Έτσι, το πλαίσιο των ιδεών που θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές (αυτό που ονομάζεται και παράθυρο Overton) μετατοπίζεται σταθερά από το κέντρο προς το άκρο. Αποτέλεσμα είναι η λογικές ή αποδεκτές πολιτικές θέσεις να περιλαμβάνουν όλο και πιο ακραίες προτάσεις.
Όταν κάποιο πολιτικό πρόσωπο θέλει να κάνει θόρυβο είτε για να απευθυνθεί στο ακραίο κοινό του, είτε για να λειτουργήσει ως “βοηθός” για να ακουστεί κάποιος συνάδελφός του ως η φωνή της λογικής, μπορεί να εκφράσει δημόσια ακραίες απόψεις (π.χ. να εξοριστούν σε ξερονήσια οι πρόσφυγες και να σπάνε πέτρες). Ακόμα κι αν οι περισσότεροι λογικοί άνθρωποι την απορρίψουμε ως ιδέα, η επόμενη πρόταση που θα ακουστεί (π.χ. μαζικές ανακλήσεις στάτους προσφύγων χωρίς εξατομικευμένη εξέταση και συνεπακόλουθες απελάσεις) μας φαίνεται ξαφνικά πιο μετριοπαθής, ενώ πριν, αν ακουγόταν πριν ακουστεί το ακραίο ragebait, θα την θεωρούσαμε απαράδεκτη.

Υπερφόρτωση
Αυτός ο θόρυβος δεν είναι αθώος. Σε όλες τις κοινωνίες τείνει να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αποπροσανατολισμού από τα πραγματικά προβλήματα που βιώνουμε οι πολίτες στην καθημερινότητά μας. Όταν το μυαλό μας κατακλύζεται από «συναισθηματικό θόρυβο», παθαίνουμε αυτό που αποκαλούμε γνωστική υπερφόρτωση. Ο εγκέφαλός μας κατακλύζεται από πληροφορίες και παλεύει να δει ποιες είναι σημαντικές και ποιες όχι. Το πρόβλημα είναι πως σε αυτή την κατάσταση, η κριτική μας ικανότητα μειώνεται και γινόμαστε πιο επιρρεπείς σε απλουστευτικές λύσεις.
Αναλωνόμαστε να διαφωνούμε για ακραίες θέσεις και άσχετα με την καθημερινότητά μας θέματα, αντί να στρέψουμε το βλέμμα μας και να σκεφτούμε κριτικά προς τους κυβερνώντες για σημαντικά θέματα. Θέματα όπως είναι για παράδειγμα στην Ελλάδα του 2026 η ακρίβεια και η μόνιμη οικονομική ανασφάλεια του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Ενώ είναι πολύ σημαντικό να μας προβληματίσει πως, το 2025, 1 στους 4 (26,9% του πληθυσμού της χώρας) διαβιώνουν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού [1] ή ότι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα καλύπτει μετά βίας το 60% του ορίου φτώχειας, ποσοστό πολύ χαμηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα ή ότι η ελευθερία του Τύπου πάσχει σοβαρά στην Ελλάδα [2] , η ελληνική κοινωνία συχνά ασχολείται με θεατρινισμούς πολιτικών εντός και εκτός κοινοβουλίου ή με άνευ ουσίας δηλώσεις εντυπωσιασμού και φανατισμού που γίνονται απλά για να γίνουν.
Οι πρόσφατες παλλαϊκές συγκεντρώσεις με αφορμή την επέτειο από την εθνική τραγωδία των Τεμπών έκαναν σαφές πως η κοινωνία έχει χάσει την πίστη της στο κράτος δικαίου, ενώ ταυτόχρονα μια μεγάλη μερίδα των Ελλήνων να βλέπει μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων: την Ελλάδα των “ημετέρων” του πολιτικού συστήματος και των άλλων Ελλήνων που πορεύονται δίχως γνωριμίες, διευκολύνσεις και πελατειακές σχέσεις. Αυτή η εικόνα θεωρητικά θα αρκούσε να ρίξει μια κυβέρνηση και να ταράξει συθέμελά ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Ο θόρυβος των δευτερευόντων θεμάτων πνίγει τα ουσιαστικά θέματα.
Πολιτική και ψυχοσωματική υγεία: οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Η οικονομική ανασφάλεια και το γεγονός πως όλο και περισσότεροι Έλληνες αναγκάζονται για να επιβιώσουν να κάνουν και δεύτερη δουλειά, σημαίνει πως έχουμε σημαντική έλλειψη χρόνου για να ασχοληθούμε με τη φροντίδα του εαυτού μας και της οικογένειάς μας. Και η φροντίδα αυτή δεν είναι απλά μια θεωρητική έννοια ή μία πολυτέλεια. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι είναι βασική αρχής ευζωίας σε ατομικό επίπεδο, αλλά και ευημερίας μιας κοινωνίας.
Μια κοινωνία στην οποία με το ζόρι επιβιώνεις, μέσα στο στρες, αποκομμένος από τον κοινωνικό περίγυρο, είναι μια κοινωνία που αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να βλέπει τις πρώτες ρωγμές πριν την παρακμή. Η έλλειψη πόρων και χρόνου, σημαίνει πως οι πολίτες είτε δεν θα βλέπουν το νόημα να γίνουν γονείς (βλ. πρόβλημα υπογεννητικότητας), είτε θα μεταναστεύουν (βλ. brain drain) [3] . Ταυτόχρονα, πολλοί από όσους αποφασίζουν να μείνουν και να μεγαλώσουν εδώ τα παιδιά τους, δεν θα έχουν το χρόνο, τη δύναμη ή τη γνώση (ελλείψει χρόνου) να διαχειρίζονται ψυχοσυναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες των παιδιών. Ούτε λόγος για τη διαχείριση των δικών τους ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών, ώστε να σπάσουν και τυχόν διαγενεαλογικοι κύκλοι τραύματος. Που χρήματα και χρόνος για κάτι τέτοιο.
Οι ελλιπείς υποδομές ενός κράτους που το απομακρύνουν από την έννοια του “κράτους πρόνοιας” δεν είναι ένα αόριστο θέμα πολιτικής. Όπως δεν είναι και ένα ανάλαφρο θέμα, αφορμή για χειροκρότημα, όταν βασικές κρατικές υπηρεσίες, όπως είναι η υγεία και η εκπαίδευση, βασίζονται στην καλή διάθεση, τον αλτρουισμό και τον ζήλο των εργαζομένων να προσφέρουν το είναι τους για να στηρίξουν τους συνανθρώπους τους. Ένα κοινωνικό κράτος δεν βασίζεται απλά στην καλή διάθεση και τον αλτρουισμό των εργαζομένων του, αλλά στον πολιτικό σχεδιασμό αποτελεσματικών δομών και στην ανάλογη υποστήριξη τους (οικονομική, υλικοτεχνική κτλ).
Επί της ουσίας, η πολιτική σχετίζεται άμεσα με την ψυχική και σωματική υγεία. Όπως μας μεταφέρει και ο Gabor Mate [4] τα λόγια του Rudolf Virchow, “η ιατρική είναι πολιτική και η πολιτική είναι ιατρική”. Δεν μπορεί να υπάρξει ψυχική και σωματική υγεία σε ένα στρεσογόνο περιβάλλον που κάποιος παλεύει για να επιβιώσει, λείπει όλη μέρα από τους αγαπημένους του ανθρώπους, και δεν έχει το χρόνο και τους πόρους να αφιερώσει χρόνο στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν μπορεί να υπάρξει υγεία όταν αναγκάζεσαι να φας τροφές χαμηλής διατροφικής αξίας για να βγει ο μήνας ή όταν δεν μπορείς να πάρεις την φαρμακευτική σου αγωγή για οικονομικούς λόγους.
Με άλλα λόγια, η υγεία δεν είναι μόνο βιολογικό ζήτημα, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένη με κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις. Άρα όταν πάμε να ψηφίσουμε, δεν επιβραβεύουμε “απλά” όποιον μας βοήθησε ή βόλεψε κάπως εμάς ή τα παιδιά μας. Δεν επιλέγουμε μόνο αυτόν που θέλουμε να εμπιστευτούμε για να διαχειριστεί ένα κρίσιμο εθνικό θέμα, ούτε ποιος μας φαίνεται ο “λιγότερο κακός” από όσους μας προβάλει η τηλεόραση. Αποφασίζουμε για την ίδια μας τη ζωή και την υγεία των παιδιών μας. Κυριολεκτικά. Αποφασίζουμε για την επιβίωση της κοινωνικής μας ομάδας. Κυριολεκτικά.
Η ψήφος στον Ξένο
Ο ξένος είναι κάποιος που δεν γνωρίζουμε και δεν μας γνωρίζει. Κάποιος με τον οποίο κινούμαστε σε δύο παράλληλες τροχιές που δεν έχουν ποτέ συναντηθεί ή, εν πάση περιπτώσει, έχουν συναντηθεί ελάχιστα στο παρελθόν. Κάπως έτσι είναι και η σχέση πολιτών και πολιτικών στη σύγχρονη Ελλάδα: βίοι παράλληλοι και άσχετοι μεταξύ τους. Αυτό το χάσμα μεταξύ πολιτικών και πολιτών θεωρώ πως είναι ένα από τα πιο βαθιά προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς δημιουργεί πολυεπίπεδα προβλήματα.
Συχνά οι Έλληνες πολιτικοί προέρχονται από οικογένειες με παράδοση στην πολιτική και άμεσα εμπλεκόμενες στο πολιτικό και νομοθετικό γίγνεσθαι, με ότι αυτό συνεπάγεται. Οι επαγγελματίες πολιτικοί, όπως συχνά και ορθά αποκαλούνται πολλοί Έλληνες πολιτικοί, βιοπορίζονται αποκλειστικά από την πολιτική ή εκμεταλλεύονται την πολιτική τους θέση για να πλουτίσουν από τις άλλες εργασίες και επιχειρηματικές δραστηριότητες που τυχόν κάνουν. Και εάν αυτό δεν θα μας παραξένευε σε άλλα πολιτικά πλαίσια, σε μια σύγχρονη δημοκρατία είναι μάλλον ένα θλιβερό θέαμα.
Η συγκέντρωση εξουσίας σε μια συγκεκριμένη πολιτική ελίτ, δημιουργεί δύο ταχύτητες στην κοινωνία. Από τη μία είναι αυτοί οι οποίοι είτε έχουν πολιτική (και νομοθετική) εξουσία ή ακόμη και νομική ασυλία και όσοι είναι στον ευρύτερο κύκλο τους. Από την άλλη, οι απλοί πολίτες και επαγγελματίες δίχως “άκρες” που απλά θέλουν να ζήσουν αξιοπρεπώς με μόνο εργαλείο την προσωπική τους δουλειά. Σε μια δημοκρατία αναμένεις ότι στο κοινοβούλιο υπάρχουν άτομα που εκπροσωπούν τους ψηφοφόρους. Έχουν δηλαδή κοινά βιώματα, κοινές ανησυχίες, κοινή πορεία με τον λαό και νομοθετούν βάση των αναγκών του. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε είναι λογικό οι όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις να μην ανταποκρίνονται στις ουσιαστικές ανάγκες του απλού πολίτη.
Πολλές φορές οι πολιτικοί, είτε λόγω του ότι ζουν μια διαφορετική ζωή από το μέσο πολίτη, είτε γιατί βλέπουν την γενική εικόνα, αγνοώντας τις ανάγκες σε επίπεδο ατόμου, νομοθετούν ή ιεραρχούν τις ανάγκες για να πετύχουν συγκεκριμένους στόχους σε νούμερα. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα από το εξωτερικό είναι η πολιτική της Πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Μάργκαρετ Θάτσερ. Ενώ η ίδια έβλεπε επιτυχία στην πολιτική της καθώς αυξανόταν η ανταγωνιστικότητα και έβλεπε την αύξηση της ανεργίας ως “αναμενόμενη παρενέργεια” του οικονομικού σοκ, οι πολίτες βίωναν την απόλυση, τη διάλυση των κρατικών δομών, την ανεργία και την καταστροφή ολόκληρων κοινοτήτων. Τέτοιες τεράστιες αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο έχουν φυσικά τεράστιο αντίκτυπο στην ψυχική και σωματική υγεία τους, όπως είπαμε και προηγουμένως.
Γιατί το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας;
Και εδώ γεννάται ένα βασικό ερώτημα. Γιατί ψηφίζουμε ανθρώπους οι οποίοι, αντικειμενικά, ζουν σε ένα “παράλληλο σύμπαν”, έχοντας αυτή τη χαοτική κοινωνική απόσταση από εμάς; Έρευνες άλλωστε δείχνουν ότι, πράγματι, η υψηλή κοινωνική θέση και η δύναμη συχνά μειώνουν την ενσυναίσθηση. Οι πολιτικοί δεν «καταλαβαίνουν» τα προβλήματά μας, όχι μόνο από επιλογή, αλλά γιατί η βιολογική και κοινωνική τους εμπειρία είναι πλήρως αποκομμένη από τη δική μας. Δεν έχουν τον μισθό μας, δεν κολλάνε στην κίνηση όπως εμείς, δεν ζουν στις γειτονιές μας, δεν σκέφτονται καν το πώς θα βγει οικονομικά ο μήνας, δεν φοβούνται μην ασθενήσουν γιατί ξέρουν ότι έχουν απεριόριστη πρόσβαση σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές υγείας και φυσικά δεν έχουν στο περιβάλλον τους ανθρώπους που χάνονται σε εργατικά ατυχήματα.
Δεν είναι εύκολη η απάντηση στο γιατί συμβαίνει αυτό, καθώς εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, οι οποίοι πολλές φορές ξεφεύγουν από τα στενά όρια της επιστήμης της ψυχολογίας. Οι διαπλεκόμενες σχέσεις και η διαφθορά ίσως απαντούν σε σημαντικό βαθμό αυτό το ερώτημα. Όταν έχει δημιουργηθεί ένα σύστημα πάρε-δώσε, όπου ο πολίτης δίνει την ψήφο του για να κερδίσει κάτι (θέση στο Δημόσιο, μερίδιο από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, επιτάχυνση γραφειοκρατικών διαδικασιών κτλ), τότε απλά διαιωνίζεται αυτό το σύστημα, καθώς όλοι γίνονται συνυπεύθυνοι. Ο πολιτικός για τις αποφάσεις που παίρνει και ο πολίτης για την επιβεβαίωση των συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών μέσα από την ψήφο του.
Έπειτα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ένα συχνά εμφανιζόμενο φαινόμενο σε όλα τα πολιτικά συστήματα: το φαινόμενο του φωτοστέφανου. Όταν κάποιος έχει εξουσία, είναι διάσημος ή πλούσιος, αυτόματα τείνουμε να θεωρούμε πως έχει και σημαντικές ικανότητες [5] . Η υπερπροβολή δίνει σε αυτά τα πρόσωπα έναν μανδύα σημαντικότητας και τείνουμε να τους πιστώνουμε και άλλα θετικά χαρακτηριστικά πέραν της δημοσιότητας: εξυπνάδα, ικανότητες διαχείρισης κρίσεων, ικανότητες διαμεσολάβησης, υψηλές ηθικές αξίες κ.α. Προφανώς, αυτή η σύνδεση δεν ακολουθεί λογικούς κανόνες και πρόκειται για έναν μηχανισμό που στόχο έχει να μας εξοικονομήσει γνωστικούς πόρους, κάνοντας λογικά άλματα [6] (ένας όρος γνωστός και ως heuristics στα αγγλικά). Ο εγκέφαλός μας είναι φτιαγμένος να κάνει λογικά άλματα γιατί απλά είναι αδύνατο να επεξεργαζόμαστε σε συνειδητό επίπεδο όλα τα ερεθίσματα και τις πληροφορίες που λαμβάνουμε καθημερινά. Τις περισσότερες φορές ο μηχανισμός αυτός έχει χρησιμότητα για απλά πράγματα, αλλά φαίνεται πως δημιουργεί προβλήματα σε πιο σύνθετα ζητήματα, όπως αυτό των πολιτικών αναλύσεων και συλλογικών αποφάσεων.
Εκμαθημένη αβοηθησία
Η πίεση αυτής της καθημερινότητας δεν είναι απλώς πολιτική, είναι υπαρξιακή. Όταν ο πολίτης βομβαρδίζεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις και ακραίο θόρυβο χωρίς να βλέπει αντίκτυπο στις δικές του προσπάθειες, ο εγκέφαλος “παραδίδεται”. Οδηγείται στην εκμαθημένη αβοηθησία [7] , έναν ψυχολογικό μηχανισμό όπου η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει παύει να είναι μια απλή διαπίστωση και γίνεται μόνιμη κατάσταση ύπαρξης, οδηγώντας στην παραίτηση και την απάθεια.
Αυτή η παραίτηση δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά ένα συλλογικό τραύμα που μας πείθει ότι η δυστοπία είναι η μόνη διαθέσιμη πραγματικότητα. Όμως, η αναγνώριση αυτών των ψυχολογικών παγίδων, από την κυριαρχία της αμυγδαλής μέχρι τη μετατόπιση του παραθύρου Overton που αναφέραμε προηγουμένως, είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα. Κατανοώντας πώς επηρεάζεται η προσοχή αλλά και η ελπίδα μας, αποκτάμε τα εργαλεία να σπάσουμε τον κύκλο της αβοηθησίας. Τότε είναι πιο πιθανό να έρθει η στιγμή που θα σταματήσουμε να αναλώνουμε τους γνωστικούς μας πόρους στον τεχνητό θόρυβο και να διεκδικήσουμε μια πολιτική στο κέντρο της οποίας θα είναι η υπηρεσία της πραγματικής ζωής, της αξιοπρέπειας και της ψυχικής μας ακεραιότητας.
Εισαγωγική εικόνα: Σύνθεση με το Canva
- Ελληνικό Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Φτώχειας (2025). Έκθεση για τη φτώχεια στην Ελλάδα – 2025.[↩]
- Θανάση, Α. (2025). Παγκόσμιος Δείκτης Ελευθερίας του Τύπου των RSF για το 2025: Η Ελλάδα ουραγός στην ΕΕ. Imedd: https://lab.imedd.org/pagkosmios-deiktis-eleftherias-tou-typou-ton-rsf-gia-to-2025-i-ellada-ouragos-stin-ee/[↩]
- Κοκκάλη, Ι. (2025). Δημογραφικό και υπογεννητικότητα στην Ελλάδα σήμερα: δημογραφικές αδράνειες και κοινωνικές προκλήσεις. Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.[↩]
- Maté, G., & Maté, D. (2023). Ο μύθος του φυσιολογικού: Τραύμα, ασθένεια και ίαση σε μία τοξική κουλτούρα. Key Books.[↩]
- Leonie Huddy, David O. Sears, & Jack S. Levy (Eds.). (2013). The Oxford handbook of political psychology (2nd ed.). Oxford: Oxford University Press.[↩]
- Kahneman, D. (2013). Σκέψη, αργή και γρήγορη (Β. Παπαδοπούλου, Μεταφρ., Α. Μάμαλης, Επιμ.). Κάτοπτρο.[↩]
- Seligman, M. E. (1972). Learned helplessness. Annual Review of Medicine, 23(1), 407–412.[↩]
- Η ψυχολογία της πολιτικής στην Ελλάδα: Από το ragebait στην κρίση αντιπροσώπευσης - 4 Μαρτίου 2026
- Από τον Super Mario στο Fortnite: πως τα βιντεοπαιχνίδια διαμορφώνουν τον τρόπο σκέψης μας - 13 Φεβρουαρίου 2026
- Δικαιώματα του Παιδιού: στηρίζοντας τον πολίτη του σήμερα - 20 Νοεμβρίου 2025
