Ανάπτυξη παιδιών και γονεϊκή σεξουαλική ταυτότητα: τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα

Αναπτυξιακη Ψυχολογια

Το να είναι κανείς γονιός, είναι ομολογουμένως ένας από τους πιο σημαντικούς ρόλους που θα κληθεί να αναλάβει κανείς στη ζωή του. Ο ρόλος των γονέων δεν περιορίζεται στην κάλυψη των βασικών αναγκών του παιδιού. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο και πιο σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μαθαίνει να επικοινωνεί και να σχετίζεται με τους άλλους, να ρυθμίζει τα συναισθήματά του και να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Οι γονείς καλούνται να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον ασφάλειας, αποδοχής και σταθερότητας, το οποίο να λειτουργεί ως βάση για την ευρύτερη ανάπτυξή του. Για τον λόγο αυτό, κάθε συζήτηση γύρω από την οικογένεια συχνά συνοδεύεται από ερωτήματα για το ποια χαρακτηριστικά της δομής της οικογένειας επηρεάζουν τελικά την ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών.

Έτσι, μεταξύ άλλων ζητημάτων, το ερώτημα για το αν η σεξουαλική ταυτότητα των γονέων παίζει ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού εξακολουθεί να εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο διάλογο. Το γεγονός ότι αυτό το ερώτημα τίθεται όλο και πιο συχνά δεν είναι τυχαίο. Επανέρχεται τακτικά, κυρίως λόγω των μεγάλων κοινωνικών και νομικών αλλαγών των τελευταίων δεκαετιών σε όλο τον κόσμο σε σχέση με την νομιμότητα των ομοφυλοφιλικών σχέσεων αλλά και, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, την επίσημη αναγνώριση ομοφυλόφιλων ζευγαριών και εδραίωσης του δικαιώματος τους για υιοθεσία.

Φυσικά, ακόμη υπάρχουν βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για το τι θεωρείται “παραδοσιακή” οικογένεια, με αποτέλεσμα να προκύπτουν ανησυχίες. Φαίνεται πως σε κάποιες περιπτώσεις η κοινωνική πραγματικότητα μεταβάλλεται πιο γρήγορα από τις πεποιθήσεις μας. Είναι αναμενόμενο επομένως, έως κάποιο βαθμό, να υπάρχουν προβληματισμοί ή ακόμη και αντιρρήσεις σε σχέση με την ανατροφή παιδιών σε οικογένειες πέραν των παραδοσιακών (ετεροφυλόφιλων γονέων). Οι προβληματισμοί αυτοί βασίζονται σε φόβους για κάτι άγνωστο ή σε υποθέσεις βάσει προσωπικών πεποιθήσεων για το τι επηρεάζει την κοινωνική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ενός παιδιού.

Γιατί μας ενδιαφέρουν τα επιστημονικά δεδομένα και δεν βασιζόμαστε μόνο στο ένστικτό μας;

Η επιστήμη έρχεται να δώσει απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα με όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικό τρόπο. Τα αποτελέσματα των έγκυρων επιστημονικών μελετών έρχονται μετά από συστηματική παρατήρηση και ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει τη δημοσίευση των ευρημάτων σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά με την συνεπακόλουθη ανοιχτή κριτική τόσο των κριτών του εκάστοτε περιοδικού, όσο και της ευρύτερης επιστημονικής κοινότητας. Επομένως κάθε εύρημα αξιολογείται ξεχωριστά από το αξιακό σύστημα του κάθε ερευνητή.

Τι μας λένε λοιπόν τα έως τώρα δεδομένα; Υπάρχουν πράγματι διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών ανάλογα με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των γονέων τους; Και αν εμφανίζονται διαφορές, σε ποιους παράγοντες μπορούν να αποδοθούν; Σε αυτά τα ερωτήματα έχει επιχειρήσει ήδη να απαντήσει η σύγχρονη ερευνητική βιβλιογραφία.

Όταν η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με την υγιή ανάπτυξη των παιδιών, δεν εστιάζει σε μία μόνο πλευρά της ζωής τους. Δηλαδή, για παράδειγμα, δεν θα βρει κανείς μία έρευνα για τις υιοθεσίες που να μελετά τον αντίκτυπο αποκλειστικά και μόνο της πράξης της υιοθεσίας. Οι ερευνητές, ακόμη και εάν ενδιαφέρονται να εστιάσουν στην υιοθεσία, θα δουν μέσα από τη μελέτη τους και άλλους παράγοντες:  την οικονομική κατάσταση της οικογένειας που υιοθετεί, το ψυχολογικό προφίλ των γονέων, το βαθμό που καλύπτονται οι βιολογικές και ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών κ.α.

Η επιστημονική κοινότητα που μελετά την ευημερία των παιδιών εξετάζει την ανάπτυξή τους συνολικά και πολύπλευρα. Οι ερευνητές μελετούν αρχικά την ψυχική υγεία των παιδιών, δηλαδή το αν εμφανίζουν συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης ή δυσκολίες στη συμπεριφορά τους. Παράλληλα, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά σχετίζονται με τους άλλους, πώς εντάσσονται στο σχολικό περιβάλλον, πώς δημιουργούν φιλίες, αλλά και πώς διαχειρίζονται τις κοινωνικές τους σχέσεις. Η σχολική επίδοση και η σωματική υγεία αποτελούν επίσης σημαντικούς δείκτες, καθώς συνδέονται τόσο με τη γνωστική ανάπτυξη όσο και με τη γενικότερη ευημερία τους. Με άλλα λόγια, η έρευνα δεν προσπαθεί να δώσει μια απλοϊκή απάντηση, αλλά να κατανοήσει πώς εξελίσσεται το παιδί σε διαφορετικούς τομείς της ζωής του.

Ένα σημείο που αξίζει να κρατήσουμε είναι ότι οι μελέτες αυτές δεν συγκρίνουν οικογενειακά περιβάλλοντα απλά και μόνο βάσει ενός μόνο παράγοντα (π.χ. οικονομικές συνθήκες μιας οικογένειας, εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων, εάν είναι βιολογικοί γονείς ή όχι, σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων κτλ). Προσπαθούν να λάβουν υπόψη το σύνολο πιθανών παραγόντων που επηρεάζουν καθοριστικά την ανάπτυξη: το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας, τη σταθερότητα των σχέσεων, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Αυτός ο τρόπος προσέγγισης είναι σημαντικός, γιατί μας βοηθά να καταλάβουμε ότι η ανάπτυξη του παιδιού δεν εξαρτάται ποτέ από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από ένα πλέγμα συνθηκών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Θα δούμε διαφορές σε παιδιά που έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά (π.χ. παιδιά μονογονεϊκών οικογενειών) αλλά διαφέρουν σε άλλα (π.χ. κοινωνικο-οικονομική οικογενειακή κατάσταση). 

Τι δείχνουν οι μετα-αναλυσεις

Όταν προσπαθούμε να σχηματίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, ιδιαίτερη αξία έχουν οι μετα-αναλύσεις. Πρόκειται για μελέτες που δεν βασίζονται σε ένα μόνο δείγμα, αλλά συνδυάζουν τα αποτελέσματα πολλών διαφορετικών ερευνών. Με αυτόν τον τρόπο, μας επιτρέπουν να δούμε πιο καθαρά αν ένα εύρημα επαναλαμβάνεται σταθερά ή αν πρόκειται για μεμονωμένη παρατήρηση.

Μία από τις πιο γνωστές μετα-αναλύσεις των τελευταίων ετών στον τομέα αυτό είναι των Fedewa, Black και Ahn (2015), η οποία συγκέντρωσε δεδομένα από δεκάδες μελέτες που αφορούσαν παιδιά με ομόφυλους και ετερόφυλους γονείς. Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα: δεν προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην ψυχική υγεία των παιδιών ομοφυλόφιλων γονέων σε σχέση με τα παιδιά ετεροφυλόφιλων γονέων. Αντίστοιχα δεν βρέθηκαν διαφορές ούτε στη σχολική τους επίδοση, αλλά ούτε τις κοινωνικές τους δεξιότητες [1].

Αντίστοιχη εικόνα αναδεικνύεται και από την παλαιότερη ανασκόπηση των Crowl, Ahn και Baker (2008), όπου εξετάστηκαν βασικοί δείκτες ανάπτυξης, όπως η αυτοεκτίμηση, η ακαδημαϊκή πορεία και η κοινωνική προσαρμογή. Και σε αυτή την περίπτωση, τα παιδιά που μεγάλωναν σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς δεν παρουσίαζαν διαφοροποιήσεις σε σχέση με συνομηλίκους τους από ετερόφυλες οικογένειες [2]. Τα ευρήματα αυτά είναι σημαντικά, καθώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των ευρημάτων μιας έρευνας, αλλά και η επαναληψιμότητά τους. Όταν παρόμοια αποτελέσματα εμφανίζονται σε διαφορετικές μελέτες, με διαφορετικά δείγματα και σε διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια, ενισχύεται η αξιοπιστία τους και μας επιτρέπει να τα προσεγγίσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Διαχρονικές μελέτες

Πέρα από τις μετα-αναλύσεις, ιδιαίτερη αξία έχουν και οι διαχρονικές μελέτες, δηλαδή εκείνες που παρακολουθούν τα ίδια παιδιά σε βάθος χρόνου. Αυτού του τύπου οι έρευνες μας δίνουν τη δυνατότητα να δούμε όχι μόνο μια στιγμή της ανάπτυξής τους, αλλά την πορεία της, από την παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση. Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα μελέτης που έλαβε υπόψη τη σεξουαλική ταυτότητα των γονέων είναι η National Longitudinal Lesbian Family Study (NLLFS), η οποία ακολούθησε παιδιά ομοφυλόφιλων οικογενειών από τη γέννησή τους έως την ενήλικη ζωή. Τα ευρήματα της μελέτης έδειξαν ότι τα παιδιά αυτά παρουσίαζαν φυσιολογική ψυχολογική ανάπτυξη, διατηρούσαν ικανοποιητικές κοινωνικές σχέσεις και δεν εμφάνιζαν αυξημένα επίπεδα ψυχοπαθολογίας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό [3].

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι τα δεδομένα αυτά δεν περιορίζονται μόνο στην παιδική ή εφηβική ηλικία. Σε μεταγενέστερη φάση της ίδιας μελέτης, όταν οι συμμετέχοντες είχαν φτάσει στην ηλικία των 25 ετών, η εικόνα παρέμενε σταθερή: οι ενήλικες πλέον αυτοί εμφάνιζαν επίπεδα ψυχολογικής προσαρμογής που ήταν συγκρίσιμα με εκείνα του γενικού πληθυσμού [4]. Η σημασία αυτών των ευρημάτων είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για μακροχρόνιες έρευνες, όπου τα ίδια άτομα συμμετείχαν σε βάθος χρόνου σε περισσότερες από μία μετρήσεις. Έτσι μειώνεται η πιθανότητα να εντοπιστούν τυχαία ευρήματα που σχετίζονται με μια συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.

Τι (δεν) επηρεάζει τελικά την ανάπτυξη του παιδιού;

Αν προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε το σύνολο των ευρημάτων, προκύπτει ένα αρκετά σταθερό και επαναλαμβανόμενο συμπέρασμα. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων, από μόνος του, δεν φαίνεται να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του παιδιού. Η θέση αυτή δεν βασίζεται σε μία μεμονωμένη μελέτη, αλλά επιβεβαιώνεται διαχρονικά από ένα μεγάλο εύρος ερευνών, καθώς και από τοποθετήσεις σημαντικών επιστημονικών οργανισμών, όπως η American Psychological Association.

Παρά τη σαφήνεια αυτών των δεδομένων, το ερώτημα εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: αν η επιστήμη δείχνει ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, γιατί πολλοί συνεχίζουν να εκφράζουν ανοιχτά την ανησυχία τους για την υιοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια; Η απάντηση είναι μάλλον γιατί απλά λειτουργούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά. Οι κοινωνίες ανέκαθεν αντιστέκονταν στις αλλαγές και αυτό είναι σαφές σε οποιοδήποτε θέμα αφορά αλλαγές σε αυτό που η εκάστοτε κοινωνία αντιλαμβάνεται ως σταθερά και νόρμα. Πάρτε για παράδειγμα το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση, την εργασία, την ψήφο, την απαγόρευση παιδικής εργασίας, το δικαίωμα στο διαζύγιο, την υιοθεσία ή το δικαίωμα στη μονογονεϊκότητα εκτός γάμου.

Αντί να εστιάζουμε στο εκάστοτε υποκείμενο και περιεχόμενο μίας κοινωνικής αλλαγής (γυναίκες, παιδιά, σεξουαλικός προσανατολισμός κτλ) ως πηγή κάποιας δυσλειτουργίας, αξίζει να εστιάσουμε στο ρόλο του ίδιου του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες με ομόφυλους γονείς μπορεί να βιώνουν αυξημένα επίπεδα στρες. Ωστόσο, το στρες αυτό δεν σχετίζεται με τη σχέση με τους γονείς τους ή με την ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνουν. Αντίθετα, συνδέεται με εξωτερικούς παράγοντες, όπως το κοινωνικό στίγμα, οι διακρίσεις, ο εκφοβισμός ή η έλλειψη αποδοχής από το περιβάλλον [5].

Με άλλα λόγια, όταν εμφανίζονται δυσκολίες, αυτές δεν φαίνεται να πηγάζουν από τη δομή της οικογένειας, αλλά από τον κοινωνικό περίγυρο και τις συνθήκες που είναι πέρα από τον έλεγχο των μελών της. Αυτό είναι ένα σημείο ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το ποιοι είναι οι γονείς στο τι κάνει το κοινωνικό περιβάλλον για να αισθάνεται αυτό το παιδί ότι είναι ίσο με όλους τους άλλους.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα ευρήματα, μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως εάν κάποιος ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την ευημερία των παιδιών που μεγαλώνουν σε ομοφυλόφιλες οικογένειες, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι απλά να αποδεχτεί την ύπαρξη των οικογενειών αυτών και να τους αναγνωρίσει τα ίδια δικαιώματα με όλες τις άλλες οικογένειες. Η μοναδική ουσιαστική διαφορά στην ψυχολογία των παιδιών των οικογενειών αυτών πηγάζει από το κοινωνικό στίγμα και τον σχολικό εκφοβισμό. Όταν το περιβάλλον είναι εχθρικό, το παιδί βιώνει άγχος. Εδώ έγκειται η δική μας ευθύνη ως κοινωνία και ως εκπαιδευτικό σύστημα: να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο προστασίας όπου κάθε παιδί θα νιώθει ορατό και ασφαλές.

Ο γονεϊκός ρόλος

Αν πάρουμε μια ανάσα και απομακρυνθούμε από τον θόρυβο της πολιτικής αντιπαράθεσης, τα διαθέσιμα επιστημονικά ευρήματα από έγκριτες πηγές είναι ξεκάθαρα ως προς τις ανάγκες όλων των παιδιών, ανεξάρτητα από τη δομή του οικογενειακού περιβάλλοντος. Ένα από τα πιο σταθερά και επαναλαμβανόμενα ευρήματα της αναπτυξιακής ψυχολογίας είναι ότι αυτό που επηρεάζει περισσότερο την πορεία ενός παιδιού δεν είναι τόσο η μορφή της οικογένειας, όσο η ποιότητα των σχέσεων μέσα σε αυτή. Τα παιδιά φαίνεται να αναπτύσσονται καλύτερα όταν μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου υπάρχει συναισθηματική διαθεσιμότητα, σταθερότητα και μια αίσθηση ασφάλειας που τους επιτρέπει να εξερευνούν τον κόσμο χωρίς φόβο.

Η καθημερινή εμπειρία του παιδιού, δηλαδή το αν νιώθει ότι το ακούν, ότι το καταλαβαίνουν και ότι υπάρχει ένας ενήλικας διαθέσιμος να το στηρίξει, φαίνεται να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τα επιμέρους χαρακτηριστικά του οικογενειακού συστήματος.

Τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη;

Αν μεταφέρουμε αυτά τα ευρήματα στην καθημερινότητα, το ερώτημα μετατοπίζεται. Για έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας ή έναν εκπαιδευτικό, το ζητούμενο δεν είναι να αξιολογήσει μια οικογένεια με βάση την σεξουαλική ταυτότητα των γονέων. Αυτό που έχει σημασία είναι να κατανοήσει τη λειτουργία της οικογένειας, δηλαδή εάν υπάρχει σταθερότητα, αν καλύπτονται οι βασικές ανάγκες του παιδιού και αν υπάρχει συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των μελών της. Αντίστοιχα, για έναν γονέα, το μήνυμα είναι πιο απλό αλλά και πιο ουσιαστικό. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από κατηγορίες ή ταμπέλες για να αναπτυχθούν. Έχουν ανάγκη από σχέσεις που τα στηρίζουν, τα ακούν και τα αποδέχονται.

Συνολικά, η επιστημονική έρευνα των τελευταίων δεκαετιών φαίνεται να συγκλίνει σε ένα σαφές συμπέρασμα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η σεξουαλική ταυτότητα των γονέων επηρεάζει αρνητικά την ψυχική ή σωματική υγεία των παιδιών. Αντίθετα, οι παράγοντες που αναδεικνύονται ως καθοριστικοί είναι κοινοί σε όλες τις οικογένειες: η ασφάλεια, η σταθερότητα, η αποδοχή και η ποιότητα της σχέσης.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει και επαναπροσδιορίζει πολλές από τις βεβαιότητές του, ίσως αυτό που παραμένει σταθερό είναι πως τα παιδιά αναπτύσσονται μέσα σε σχέσεις όπου νιώθουν ότι ανήκουν και ότι είναι ασφαλή.

Εισαγωγική Εικόνα: Canva

Βιβλιογραφία / Παραπομπές

  1. Fedewa, A. L., Black, W. W., & Ahn, S. (2015). Children and adolescents with same gender parents: A meta analytic approach in assessing outcomes. Journal of GLBT Family Studies, 11(1), 1–34. https://doi.org/10.1080/1550428X.2013.869486[]
  2. Crowl, A., Ahn, S., & Baker, J. (2008). A meta analysis of developmental outcomes for children of same sex and heterosexual parents. Journal of GLBT Family Studies, 4(3), 385–407. https://doi.org/10.1080/15504280802177615[]
  3. Gartrell, N., & Bos, H. (2010). US National Longitudinal Lesbian Family Study. Pediatrics, 126(1), 28–36. https://doi.org/10.1542/peds.2009-3153[]
  4. Gartrell, N., Bos, H., & Koh, A. (2018). National Longitudinal Lesbian Family Study: Psychological adjustment of 25 year old offspring. Journal of Developmental & Behavioral Pediatrics, 39(4), 257–265. https://doi.org/10.1097/DBP.0000000000000550[]
  5. Patterson, C. J. (2017). Parents’ sexual orientation and children’s development. Child Development Perspectives, 11(1), 45-49. https://doi.org/10.1111/cdep.12207[]
Δημήτρης Αγοραστός