Τα στερεότυπα και η επιρροή τους στην συμπεριφορά

Η λέξη στερεότυπα αναφέρεται στις αντιλήψεις που έχουμε ως αποτέλεσμα προκαταλήψεων απέναντι σε άτομα, ομάδες και ιδέες, οι οποίες συνήθως έχουν αρνητικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, μπορεί να θεωρούμε ότι οι μετανάστες είναι επικίνδυνοι, οι Εβραίοι τσιγκούνηδες, οι ομοφυλόφιλοι ανήθικοι, οι Ρομά κλέφτες κτλ. Η ύπαρξη στερεοτύπων σημαίνει πως οτιδήποτε κάνει κάποιος ή οποιαδήποτε από τα χαρακτηριστικά κάποιου φαίνεται πως ταιριάζουν με τη στερεοτυπική αντίληψη που έχει μία κοινωνία στο σύνολό της για την ομάδα του ατόμου αυτού, κάνει το στερεότυπο πιο αληθοφανή ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας του ατόμου τόσο στα μάτια των άλλων, όσο και στα δικά του μάτια.

Με άλλα λόγια, όταν κάποιος που ανήκει σε μια στερεοτυπικά απειλούμενη ομάδα (μία ομάδα δηλαδή για την οποία ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει αρνητικές στερεοτυπικές αντιλήψεις) κάνει κάτι που επιβεβαιώνει το στερεότυπο τότε τείνουμε να ενισχύουμε το στερεότυπο τόσο εμείς, όσο και τα άτομα που βρίσκονται στην απειλούμενη ομάδα. Αντίθετα βέβαια, όταν κάτι δεν ταιριάζει με το στερεότυπο, τείνουμε να το αγνοούμε και να το αποδίδουμε σε τρίτα χαρακτηριστικά. Η στερεοτυπική απειλή βιώνεται από τα άτομα που βρίσκονται μέσα στην στερεοτυπική ομάδα ως απειλή της αυτοεκτίμησής τους.

Η διάδοση στερεότυπων για ομοιογενείς ως προς κάποιο χαρακτηριστικό τους ομάδες πληθυσμού (π.χ. μετανάστες, μαύροι, Εβραίοι, Άραβες, ομοφυλόφιλοι κτλ) αυξάνει την πιθανότητα για συγκεκριμένα άτομα των ομάδων αυτών να πάρουν ως de facto πως αυτά τα στερεότυπα είναι πραγματικά για την ομάδα τους και κατά συνέπεια ότι και οι υπόλοιποι θα τους βλέπουν έτσι. Όταν οι ισχυρισμοί των στερεότυπων είναι πολύ αρνητικοί, αυτή η δυσάρεστη θέση μπορεί να είναι τόσο απειλητική για την ομάδα, ώστε να έχει επιπτώσεις από μόνη της. Λειτουργεί δηλαδή σαν μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Εφόσον για παράδειγμα θεωρούμε πως μία ομάδα έχει χαμηλό δείκτη ευφυίας, είναι επόμενο να της φερόμαστε λες και πραγματικά τα μέλη της έχουν χαμηλό δείκτη εφυίας. Εάν αυτή η στερεοτυπική αντίληψη υπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα από ένα μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού και επομένως δυναμώσει, αυτό από μόνο του αρκεί για να επιβεβαιωθεί η στερεοτυπική μας αντίληψή για την εν λόγω άλλη ομάδα.

Ένας ερευνητής ονόματι Steele παρουσίασε πρώτος τον όρο της φυλετικής ευπάθειας (racial vulnerability). Υποστήριξε πως αφού ένα άτομο εκτίθεται σε όλη του τη ζωή στις αρνητικές εικόνες που έχουν οι άλλοι για τις ικανότητές του, όπως στην περίπτωση των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, εκδηλώνει το λεγόμενο άγχος κατωτερότητας (inferiority anxiety) – μία κατάσταση κατά την οποία το άτομο διεγείρεται από τα διάφορα φυλοκεντρικά στοιχεία του περιβάλλοντός του.

Δηλαδή γίνεται πιο ευαίσθητος σε αυτά τα στοιχεία που τον κάνουν να νοιώθει κατώτερος και συνεχώς ψάχνει αυτά τα στοιχεία στο περιβάλλον του για να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά ότι ισχύουν οι στερεοτυπικές αντιλήψεις των άλλων. Αυτό το άγχος του το οδηγεί να κατηγορεί τους άλλους για τα προβλήματά του κάτι που οδηγεί στην συνέχεια στην επιβεβαίωση ότι αποτελεί το θύμα. Έπειτα αυτή η εντύπωση γενικεύεται και μεταφράζεται ως αποτυχίες στην ζωή.

Στις ΗΠΑ έχουν επιβεβαιωθεί αρκετές φορές διαφορές στην απόδοση μεταξύ των λευκών και των έγχρωμων μαθητών από το νηπιαγωγείο, έως και το πανεπιστήμιο. Στα πανεπιστήμια το 70% των αφροαμερικανών τελειώνουν τις σπουδές τους καθυστερημένα, εκτός του προβλεπόμενου χρόνου αποπεράτωσης των σπουδών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό τους λευκούς φοιτητές είναι 42%. Ακόμη και στο βαθμό του πτυχίου υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Διάφορες έρευνες κατά τις δεκαετίες του 60′ και του 70′ έδειξαν πως οι αφροαμερικανοί τα πήγαιναν καλύτερα στις δοκιμασίες μέτρησης του δείκτη νοημοσύνης όταν τους λέγανε ότι κάνανε άσχετα τεστ που δεν είχαν σχέση με τις νοητικές τους ικανότητες, αλλά και όταν πίστευαν ότι τα αποτελέσματά τους θα συγκριθούν με πληθυσμό αφροαμερικανών, παρά όταν νόμιζαν ότι θα συγκριθούν με λευκούς!

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι όσο συνεχίζουμε να ανακυκλώνουμε τα στερεότυπα απέναντι σε οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα, αυτόματα “αναγκάζουμε” την ομάδα αυτή να δεχτεί τις στερεοτυπικές αντιλήψεις ως πραγματικές, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται ο στιγματισμός της. Είναι ένας αέναος κύκλος. Εκτός και αν καταφέρουμε να σταματήσουμε να ανατροφοδοτούμε αυτόν τον περιορισμένο τρόπο κατηγοριοποίησης των ανθρώπων σε “άλλες” ομάδες.

Εισαγωγική Εικόνα

Οι κλάδοι της ψυχολογίας

Η αλήθεια είναι πως το πτυχίο της ψυχολογίας δεν οδηγεί σε επαγγελματικό μονόδρομο. Αντίθετα, αυτή η επιστήμη έχει τόσες πολλές εφαρμογές, μέσα από τόσους πολλούς διαφορετικούς κλάδους, που δύσκολα μπορεί κανείς να την θεωρήσει ως κάτι αυστηρά ενιαίο.

Φυσικά ο κοινός παράγοντας όλων των κλάδων είναι η παρατήρηση, η επεξήγηση αλλά και η αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, βασικές έννοιες που είναι και η ραχοκοκαλιά της Ψυχολογίας. Αυτή την φορά θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εν συντομία τις πιο γνωστές ειδικότητες στην Ψυχολογία, ελπίζοντας να ραγίσω λίγο το στερεότυπο του Ψυχολόγου-Ψυχοθεραπευτή.

Οι κλάδοι στους οποίους θα αναφερθώ είναι οι ακόλουθοι:

  1. Κλινική Ψυχολογία
  2. Συμβουλευτική Ψυχολογία
  3. Γνωστική Ψυχολογία
  4. Νευροψυχολογία
  5. Ψυχολογία Υγείας
  6. Εργασιακή/Οργανωσιακή Ψυχολογία
  7. Κοινωνική Ψυχολογία
  8. Αναπτυξιακή Ψυχολογία
  9. Νομική Ψυχολογία
  10. Εκπαιδευτική Ψυχολογία

1. Κλινική Ψυχολογία: Η Κλινική Ψυχολογία είναι αυτή που βρίσκεται πιο κοντά στην στερεότυπη εικόνα του ψυχολόγου-ψυχοθεραπευτή. Το κεντρικό θέμα της Κλινικής Ψυχολογίας είναι η παρατήρηση, η επεξήγηση και η αλλαγή της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ουσιαστικά δηλαδή ο κλινικός ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει άτομα με ψυχικές διαταραχές.

Ο ορισμός του τι είναι αποκλίνουσα συμπεριφορά και τι όχι είναι φυσικά δύσκολος και ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για το θέμα. Αλλά σε γενικές γραμμές οι κλινικοί ψυχολόγοι ανά το παγκόσμιο βαδίζουν σύμφωνα με διεθνή εγχειρίδια για την αποκλίνουσα συμπεριφορά, όπως π.χ. του Αμερικάνικού Συνδέσμου Ψυχολογίας (APA) ή το αντίστοιχο εγχειρίδιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), το ICD, τα οποία προσπαθούν να δώσουν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για την διάγνωση. Η κλινική ψυχολογία είναι κυρίως εφαρμοσμένος κλάδος της ψυχολογίας (εφαρμόζει την ψυχολογική γνώση πάνω στον γενικό πληθυσμό), χωρίς όμως να αποκλείεται και μια ερευνητική καριέρα πάνω στον κλάδο αυτό.


2. Συμβουλευτική Ψυχολογία: Η Συμβουλευτική Ψυχολογία είναι το αντίστοιχο της Κλινικής Ψυχολογίας, μόνο που ο πληθυσμός στον οποίο απευθύνεται δεν είναι αποκλειστικά τα άτομα με αποκλίνουσα συμπεριφορά (όπως και αν ορίζεται αυτή), αλλά και άτομα με αυξημένα επίπεδα λειτουργικότητας, τα οποία αισθάνονται ότι θέλουν κάποια συμβουλευτική υποστήριξη για ένα ή περισσότερα θέματα που τους απασχολούν. Είναι κάπως απλοϊκή αυτή η επεξήγηση, αλλά ελπίζω ότι δίνει μια γενική εικόνα της διαφοροποίησης μεταξύ των δύο κλάδων.

Πιο συγκεκριμένα, η συμβουλευτική ψυχολογία έχει ως σκοπό να στηρίζει, να ενδυναμώνει και τελικά να δίνει κάποιες λύσεις σε άτομα που αντιμετωπίζουν κάποιο ψυχικό εμπόδιο στην ζωή τους (π.χ. άγχος, πένθος, δυσπροσαρμογή σε νέο περιβάλλον, οικογενειακά προβλήματα ομαλής συμβίωσης ή ακόμη και–μη οργανικά- σεξουαλικά προβλήματα). Με την βοήθεια του συμβουλευτικού ψυχολόγου το άτομο θα μπορέσει να αναλύσει το πρόβλημά του, να πάρει δυνάμεις για να αντιμετωπίσει αυτό που το απασχολεί, να καταφέρει να δει το εμπόδιο αυτό από κάποια άλλη οπτική γωνία και εν τέλει να ανακαλύψει μόνο του την καταλληλότερη λύση. Μέσα από την συμβουλευτική διαδικασία τα άτομα παίρνουν επίσης και πολύτιμα εφόδια αντιμετώπισης τέτοιου είδους ψυχικών εμποδίων, τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν και στο μέλλον σε πιθανά νέα εμπόδια. Έτσι εξασφαλίζεται μια ακόμη πιο ομαλή ψυχική λειτουργία του συμβουλευόμενου. Και αυτός ο κλάδος, όπως και η κλινική ψυχολογία είναι κατευθυνόμενος –από την «φύση» του ίσως- περισσότερο προς την εφαρμογή της γνώσης, παρά στην έρευνα.


3. Γνωστική Ψυχολογία: Ο επόμενος κλάδος θα λέγαμε ότι είναι ένας καθαρά ερευνητικός τομέας, μιας και η Γνωστική Ψυχολογία ασχολείται με την έρευνα των τρόπων με τους οποίους το ανθρώπινο μυαλό (όχι απαραίτητα με την έννοια του οργάνου του εγκεφάλου) δέχεται, επεξεργάζεται, οργανώνει, αναζητεί και εξάγει πληροφορίες (ακοή, όραση, ομιλία, μάθηση κτλ). Οι γνωστικοί ψυχολόγοι είναι οι «υπεύθυνοι» για κάποια πολύ βασικά θεωρητικά μοντέλα σύμφωνα με τα οποία προσπαθούμε να επεξηγήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε ως άνθρωποι, όπως το γνωστό μοντέλο του «Ηλεκτρονικού Υπολογιστή», το οποίο παρομοιάζει το μυαλό μας με έναν υπολογιστή ο οποίος δέχεται, επεξεργάζεται και εξάγει πληροφορίες με την βοήθεια προγραμμάτων (software) και υλικού (hardware).

Η κατεύθυνση του γνωστικου ψυχολόγου είναι καθαρά θεωρητική και ερευνητική και συνήθως τέτοιου είδους ψυχολόγοι απασχολούνται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Φυσικά σε έναν σχετικά μεγάλο βαθμό ασχολούνται και με τις βιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, αφού η βιολογία είναι η βάση των μοντέλων σκέψης και συμπεριφοράς.


4. Νευροψυχολογία: Η Νευροψυχολογία είναι ένας κλάδος σχετιζόμενος με την γνωστική ψυχολογία, αλλά ταυτόχρονα και εντελώς διαφορετικός. Αντικείμενό της είναι καθαρά το νευρικό σύστημα και ο ανθρώπινος εγκέφαλος και ο ρόλος τους στην παρατηρήσιμη ανθρώπινη συμπεριφορά, αποκλίνουσα ή μη. Η νευροψυχολογία μπορεί να είναι τόσο εφαρμοσμένος, όσο και ερευνητικός κλάδος. Μέσα από την έρευνα προσπαθεί να δει πως η βιολογική δομή επηρεάζει την συμπεριφορά. Για παράδειγμα ένας νευροψυχολόγος μπορεί να ερευνά ποια εγκεφαλικά κέντρα παίζουν ρόλο στην μάθηση, με τι είδους βιολογικές αντιδράσεις, πως μπορούμε να τις ελέγξουμε, αλλά και πως μπορούμε να βοηθήσουμε τον εγκέφαλο για να «μάθει» καλύτερα. Φυσικά η μάθηση είναι ένα μόνο απλό παράδειγμα. Για την ακρίβεια οι νευροψυχολόγοι ασχολούνται περισσότερο συχνά με κάποιες εγκεφαλικές ανωμαλίες και βλάβες που δημιουργούν πρόβλημα στην ανθρώπινη συμπεριφορά, όπως τραυματισμοί του εγκεφάλου, εκφυλιστικές νόσοι, ψυχικές διαταραχές με βιολογικό υπόβαθρο όπως η σχιζοφρένεια κτλ.

Στον εφαρμοσμένο τομέα βλέπουμε τους νευροψυχολόγους να ασχολούνται κυρίως με δύο διαφορετικά πεδία. Πρώτον, με τις κλινικά αποκλίνουσες περιπτώσεις και την αντιμετώπισή τους (κάτι αντίστοιχο με την κλινική ψυχολογία δηλαδή, αλλά με έμφαση στις βιολογικές βάσεις των ψυχικών δυσλειτουργιών). Δεύτερον, οι νευροψυχολόγοι -κυρίως στο εξωτερικό- βοηθάνε ακόμη και σε περιπτώσεις χειρουργικής επέμβασης του εγκεφάλου, τόσο κατά τη διάρκεια της εγχείρισης, όσο και μετεγχειρητικά με την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του ατόμου. Κατά τη διάρκεια των εγχειρήσεων συνήθως ελέγχουν τους ασθενείς μέσω διαφόρων μικρών τεστ (οι ασθενείς είναι ξύπνιοι κ ναρκωμένοι μόνο τοπικά) για να δουν μήπως κατά την διάρκεια του χειρουργείου έχει τραυματιστεί κάποιο μέρος του εγκεφάλου που έπρεπε να μείνει ανέπαφο και συνεργάζονται ανάλογα με τον νευροχειρούργο.


5. Ψυχολογία Υγείας: Η Ψυχολογία Υγείας είναι μια σχετικά νέα κατεύθυνση της ψυχολογίας που εστιάζει πάνω στην προώθηση της ψυχικής και σωματικής υγείας, στην ομαλή προσαρμογή των ατόμων σε νοσοκομειακά περιβάλλοντα, στην αλλαγή αυτών των περιβαλλόντων ώστε να βοηθάνε καλύτερα τον ασθενή, στην εκπαίδευση του ιατρικού προσωπικού σε θέματα ψυχολογίας του ασθενή, αλλά και στην στήριξη ασθενών με βαριές και τερματικές ασθένειες (π.χ. AIDS, καρκίνος).

Οι ψυχολόγοι υγείας συνήθως εργάζονται σε νοσοκομειακά ή παραϊατρικά περιβάλλοντα και είναι αυτοί που μπορεί να αναλαμβάνουν να ανακοινώσουν τα ιατρικά αποτελέσματα στους ασθενείς, ιδιαίτερα δε σε αυτούς που διαγνώστηκαν με κάποια ανίατη ασθένεια, οι οποίοι και υπόκεινται και το μεγαλύτερο σοκ. Ο ρόλος τους φυσικά είναι και υποστηρικτικός και είναι στο πλάι του ασθενή και του περιβάλλοντός του καθ’ όλη την διάρκεια της θεραπείας του μέχρι και την ίαση ή ακόμη και μέχρι τον θάνατο. Προσπαθούν να βοηθήσουν το άτομο να δει την κατάστασή του από διαφορετική οπτική γωνία, να αναζητήσει τις κατάλληλες θεραπείες αν αυτό είναι δυνατό, να το ενδυναμώσουν αλλά και να το προετοιμάσουν ψυχολογικά και για τον ίδιο του τον θάνατο, αν κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο.

Πέρα από τις πιο πάνω δραστηριότητες ένας ψυχολόγος υγείας σχεδιάζει προγράμματα προώθησης της υγείας των πολιτών, μέσα από ενημερωτικά σεμινάρια για τις διάφορες ασθένειες, την σημαντικότητα της πρόληψης ή ακόμη και μέσα από την οργάνωση του τρόπου λειτουργίας και συνεργασίας των διαφόρων νοσοκομειακών συστημάτων, πάντα προς το όφελος των πολιτών/ασθενών.


6. Εργασιακή Ψυχολογία: Ο επόμενος πολύ γνωστός κλάδος ψυχολογίας, με ιδιαίτερη απήχηση στην αγορά εργασίας στο εξωτερικό, είναι η εργασιακή ψυχολογία. Και πάλι υπάρχει η ακαδημαϊκή/ερευνητική πλευρά του κλάδου, αλλά και η εφαρμοσμένη. Η εργασιακή ψυχολογία στοχεύει στον εργασιακό πληθυσμό και το περιβάλλον του (εργοστάσια, γραφεία, υπηρεσίες κτλ) και προσπαθεί να αλλάξει τις συνθήκες και τους όρους εργασίας προς όφελος τόσο του εργαζόμενου, όσο και του εργοδότη/εταιρίας. Με αλλαγές στον περιβάλλοντα εργασιακό χώρο, στους όρους μισθοδοσίας (π.χ. κάθε πόσες μέρες πρέπει να γίνεται, έξτρα μπόνους για επιτυχή εργασία κτλ), στις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, αλλά και στον τρόπο παραγωγής εργασίας, έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να αυξηθεί τόσο η αυτοεκτίμηση και η ευχαρίστηση του εργαζόμενου ως αποτέλεσμα της δουλειάς του, αλλά και η παραγωγικότητα (=κέρδος της εταιρίας).

Οι εργασιακοί ψυχολόγοι επομένως είναι εκείνα τα άτομα-κλειδιά στις επιχειρήσεις που φροντίζουν ώστε και οι δύο πλευρές (εργαζόμενος-εργοδότης) να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχαριστημένοι από την εργασία που γίνεται. Ένας πολύ ενδιαφέρον ρόλος που μπορούν να παίξουν οι ψυχολόγοι εργασίας είναι στον τομέα της τοποθέτησης του προσωπικού στα κατάλληλα τμήματα, πάντα με την βοήθεια σταθμισμένων και έγκυρων τεστ που έχουν δημιουργηθεί για τους σκοπούς αυτούς.


7. Κοινωνική Ψυχολογία: Ο άνθρωπος δεν είναι ένα μονοδιάστατο ων και σίγουρα ποτέ δεν μπορείς να εξετάσεις ένα άτομο ανεξάρτητα από το περιβάλλον του. Βασισμένη πάνω σε αυτό το σκεπτικό η κοινωνική ψυχολογία έρχεται για να ερευνήσει πως το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει την συμπεριφορά του ατόμου, αλλά και τι είδους ψυχολογικές συνδέσεις δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (οικογένεια, χωριό, κράτος κ.ο.κ.).

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, εστιασμένοι κατά κόρον στην έρευνα, κάνουν παρατηρήσεις για την ανθρώπινη συμπεριφορά, οργανώνουν πειράματα και βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Τα αποτελέσματα των κοινωνικών ψυχολόγων έχουν τεράστια σημασία και χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλούς τομείς, από τη διαφήμιση και την πολιτική έως την πρόληψη υγείας (π.χ. πρόβλεψη της συμπεριφοράς εν μέσω πανδημίας).

Μέσα από την κοινωνική ψυχολογία μπορούμε να ερμηνεύσουμε και πιο ακραίες συμπεριφορές, όπως την διαμόρφωση της προσωπικότητας κάποιου ώστε να γίνει τυφλός δούλος αυταρχικών δικτατόρων και να διαπράξει απάνθρωπα εγκλήματα χωρίς την παραμικρή συνειδητοποίηση του τι κάνει, έως ή την υπερκαταναλωτική συμπεριφορά των ατόμων απέναντι στα διαφημιζόμενα προϊόντα. Η κοινωνική ψυχολογία αποτελεί έναν από τους αγαπημένους μου κλάδους, μιας και ερευνά κάτι πολύ ουσιαστικό κατά τη γνώμη μου και είναι σε θέση να δίνει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα σχετικά με την διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός ατόμου. Σίγουρα αν δεν συνέχιζα τις σπουδές μου στις Νευροεπιστήμες και τη Σχολική Ψυχολογία, θα σκεφτόμουν σοβαρά μια πορεία στην κοινωνική ψυχολογία.


8. Αναπτυξιακή Ψυχολογία: Η αναπτυξιακή ψυχολογία είναι ίσως ένας πολύ γενικός τίτλος για έναν κλάδο που έχει τις δικές του υποκατηγορίες. Σε γενικές γραμμές οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι ασχολούνται με την πορεία του ανθρώπου, τις ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες, την νευρολογική ανάπτυξη αλλά και την συμπεριφορά του από την στιγμή της σύλληψης και την εμβρυακή κατάσταση έως και τον θάνατό του. Όπως καταλαβαίνετε το εύρος μελέτης του συγκεκριμένου κλάδου είναι αρκετά μεγάλο και γι’ αυτό συνήθως οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι ειδικεύονται σε μια συγκεκριμένη ηλικία. Άλλοι ασχολούνται με την παιδική ηλικία και την εφηβεία, άλλοι με την νεότητα και την μέση ηλικία και άλλοι με την τρίτη ηλικία.

Σε κάθε φάση της ζωής του ο άνθρωπος έχει διαφορετικές ικανότητες, ανάγκες και σχέσεις με τον κοινωνικό περίγυρο, πάντα αναλόγως του περιβάλλοντος, γι’ αυτό και υπάρχει τόση εστιασμένη έρευνα στην κάθε φάση της ζωής. Μέσα από την κατανόηση όλων αυτών των παραγόντων ο αναπτυξιακός ψυχολόγος είναι σε θέση να στηρίξει ουσιαστικά το άτομο που τον χρειάζεται, μιας και γνωρίζει τις ουσιαστικές ανάγκες του και μπορεί να διαμορφώσει κατάλληλα το περιβάλλον, να βοηθήσει στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων που έχει ανάγκη το άτομο κτλ

Η αναπτυξιακή ψυχολογία είναι ένας κλάδος τόσο ερευνητικός, όσο και εφαρμοσμένος, μιας και οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι, ανάλογα της ειδίκευσής τους, δουλεύουν συνήθως σε ειδικευμένα κέντρα φροντίδας (παιδικοί σταθμοί, γηροκομεία κτλ). Σε ακαδημαϊκό επίπεδο οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι ερευνούν συνεχώς τις διάφορες θεωρίες ανάπτυξης που έχουν διαμορφωθεί και τις εμπλουτίζουν με τα αποτελέσματα των δικών τους ερευνών.


9. Νομική Ψυχολογία: Ακολουθεί ένας κλάδος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους περισσότερους, μιας και θυμίζει πολύ συγκεκριμένους χαρακτήρες από πολλές αμερικανικές ταινίες. Η νομική ψυχολογία είναι εκείνος ο κλάδος που ασχολείται με την παραβατική / εγκληματική συμπεριφορά του ανθρώπου. Οι νομικοί ψυχολόγοι απασχολούνται κυρίως στην αστυνομία μιας και με τις γνώσεις τους γύρω από την εγκληματολογία και την ψυχολογία του εγκληματία είναι σε θέση να βοηθήσουν είτε στον εντοπισμό κάποιου εγκληματία / δραπέτη, είτε στην ανάπτυξη καλύτερων μεθόδων για την μείωση της εγκληματικότητας σε μια περιοχή. Επιπλέον ο νομικός ψυχολόγος μπορεί να απασχολείται και μέσα στα σωφρονιστικά καταστήματα, βοηθώντας στην ανάπτυξη ενός καλύτερου και με λιγότερες εντάσεις κλίματος μέσα στις φυλακές, αλλά και στον ουσιαστικό σωφρονισμό των κρατουμένων.


10. Σχολική Ψυχολογία: Για το τέλος άφησα μια ειδίκευση που είναι πραγματικά ζωτικής σημασίας και η οποία δυστυχώς λείπει από την ελληνική κοινωνία. Η σχολική ψυχολογία αλλά και η εκπαιδευτική ψυχολογία είναι δύο κλάδοι της ψυχολογίας που ασχολούνται με τον τρόπο μάθησης, το μαθησιακό περιβάλλον αλλά και τις μαθησιακές δυσκολίες, δηλαδή με οτιδήποτε έχει σχέση με τον τρόπο ανάπτυξης των γνώσεων στον άνθρωπο. Όπως καταλαβαίνετε οι περισσότεροι σχολικοί ψυχολόγοι (θα έπρεπε να) απασχολούνται σε σχολεία και βοηθούν τόσο τους δασκάλους να κάνουν πιο εύκολο, ξεκούραστο και κατανοητό το μάθημα, όσο και τους μαθητές να αναπτύξουν τα ταλέντα και τις κλίσεις τους. Επιπλέον, είναι σε θέση να λειτουργήσουν υποστηρικτικά ως προς το εκπαιδευτικό περιβάλλον, ώστε να αντιμετωπίσουν συστημικές δυσκολίες ή έκτακτες ανάγκες εντός του σχολικού πλαισίου. Τέλος, είναι σε θέση να επέμβουν αν κάποιο παιδί αρχίσει να αναπτύσσει μαθησιακές δυσκολίες (π.χ. δυσλεξία) και να το βοηθήσουν είτε να ξεπεράσει το πρόβλημα πλήρως, είτε – αν αυτό δεν είναι δυνατό- να μπορέσει να μειώσει στο ελάχιστον τις δυσκολίες που προκαλεί στην μάθηση του παιδιού.

Και αυτός ο κλάδος όμως έχει και ερευνητική κατεύθυνση, μιας και πολλοί σχολικοί και εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι απασχολούνται με την ανάπτυξη μεθόδων καλύτερης και ουσιαστικότερης μάθησης (π.χ. διδασκαλία σε ομάδες, μπόνους για κάθε σωστή απάντηση κ.α.), αλλά και με την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των μαθησιακών προβλημάτων.


Ελπίζω πως με την σύντομη παρουσίαση ορισμένων από τους βασικότερους κλάδους της Ψυχολογίας να σας βοήθησα να σχηματίσετε μια καλύτερη και πιο κοντά στην πραγματικότητα εικόνα για το τι εστί «Ψυχολόγος». Όπως βλέπετε η λέξη ψυχολόγος δεν αναφέρεται σε ένα και μόνο επάγγελμα, αλλά, αντίθετα, είναι μία βασική πύλη που οδηγεί σε μια σειρά από διαφορετικές καριέρες και επιστημονικές προσεγγίσεις και ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Περισσότερες πληροφορίες για τους τομείς απασχόλησης των ψυχολόγων: Robert Sternberg: Career Paths in Psychology: Where your degree can take you

Σημείωση: Παρακαλώ προσέξτε ότι το άρθρο είναι παλιό και ορισμένες πληροφορίες ίσως να μην είναι πλέον ακριβείς.

3 λανθασμένες εντυπώσεις για την Ψυχοθεραπεία

Η αλήθεια είναι ότι η επιστήμη της Ψυχολογίας τώρα αρχίζει σιγά-σιγά να κάνει τα πρώτα της βήματα στην Ελλάδα. Ο κόσμος λοιπόν σε μεγάλο βαθμό έχει άγνοια για τους βασικούς σκοπούς και τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Ψυχολογία στην ζωή του. Αποτέλεσμα αυτού είναι όσοι ασχολούμαστε στον κλάδο της Ψυχολογίας συχνά να αντιμετωπίζουμε την καχυποψία και τον φόβο πολλών μπροστά στην επιστήμη αυτή. Σήμερα θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω κάποια βασικά πράγματα γύρω από την Ψυχοθεραπεία, ελπίζοντας να ρίξω λίγο περισσότερο φως σε αυτό το άγνωστο, αλλά και ίσως τρομακτικό για πολλούς, κομμάτι της Ψυχολογίας.

Ανάπτυξη της έννοιας του έθνους και του εθνικισμού

Ο άνθρωπος ως ων κοινωνικό ανήκει ή νοιώθει ότι ανήκει σε πολλές ομάδες. Η μορφή, το μέγεθος και η επιρροή της κάθε ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο ποικίλλει. Άλλες ομάδες έχουν περισσότερο βιολογική βάση, όπως είναι αυτή της οικογένειας και άλλες είναι κατασκευασμένες από τον άνθρωπο. Χαρακτηριστική ομάδα της δεύτερης περίπτωσης είναι το έθνος.

Τελειομανία

Ορισμός: Η τελειομανία είναι μία πολυδιάστατη συμπεριφορά, η οποία συνήθως είναι στοιχείο μίας προσωπικότητας η οποία σχετίζεται με έναν αριθμό από ψυχολογικές, διαπροσωπικές και σχετιζόμενες με την επίδοση δυσκολίες. Δεν είναι πρωτογενής διαταραχή από μόνη της, αλλά μπορεί να είναι ένδειξη διαταραχής και πιο συγκεκριμένα της Ψυχαναγκαστικής Διαταραχής. Γενικότερα είναι ένας παράγοντας που δημιουργεί δυσκολίες σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

Δεν πρέπει να συγχέουμε την τελειομανία με το υγιές κυνήγι της βελτίωσης, το οποίο είναι θετικό γιατί συνήθως συνοδεύεται από μία αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης μετά από την επίτευξη ενός στόχου. Η τελειομανία ωστόσο δεν είναι μία τέτοια υγιής συμπεριφορά. Οι τελειομανείς θέτουν πολύ υψηλούς, πολλές φορές και άπιαστους στόχους τους οποίους είναι δύσκολο να πετύχουν με αποτέλεσμα να μην είναι ποτέ ευχαριστημένοι από την επίδοσή τους.

Ο Κύκλος της Τελειομανίας

  1. Τα άτομα αρχικά θέτουν υψηλούς και μη εύκολα επιτεύξιμους στόχους.
  2. Αποτυγχάνουν στην πραγματοποίησή τους γιατί δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν.
  3. Η πίεση για την επίτευξη στόχου και η αναπόφευκτη συνεχής αποτυχία μειώνουν την παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα του ατόμου.
  4. Αυτό οδηγεί τα άτομα να είναι αυστηρά με τον εαυτό τους και να αυτοκατηγορούνται, με αποτέλεσμα την χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος και την κατάθλιψη.
  5. Παρατούν ολοκληρωτικά τους στόχους τους και θέτουν καινούργιους με αποτέλεσμα ο κύκλος να ξαναρχίζει.

Περιγραφή Προβλημάτων και Τυπικών Συμπεριφορών Τελειομανών

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι τελειομανείς είναι πιο αγχώδεις και είναι λιγότερο αποδοτικοί στις εργασίες που έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας. Ο έντονος φόβος τους για αποτυχία σε συνδυασμό με τους πολύ δύσκολους στόχους που θέτουν έχουν ως αποτέλεσμα την αποτυχία. Ως αποτυχία θεωρούν οποιαδήποτε παρέκκλιση από τον ακριβή τελικό τους στόχο. Αν δεν πετύχουν τον στόχο τους στο έπακρο νιώθουν ανάξιοι. Ο φόβος της αποτυχίας των τελειομανών είναι τόσο έντονος που πολλές φορές έχει αρνητική επίπτωση στην λειτουργικότητά τους μέσα από την καθημερινότητα. Επίσης αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να δουν την θετική όψη των γεγονότων.

Ο φόβος για αποτυχία για τους τελειομανείς ισοδυναμεί με τον φόβο μήπως κάνουν λάθος. Αυτός τους ο φόβος οδηγεί στο να χάνουν ευκαιρίες να μάθουν και να ωριμάσουν. Καθοδηγούνται αποκλειστικά από τα «πρέπει» και όχι από τα «θέλω» τους.

Οι τελειομανείς έχουν την τάση να πιστεύουν ότι οι δικές τους προσπάθειες προς επίτευξη κάποιου στόχου είναι μάταιες, αδιέξοδες και ανεπαρκείς. Για τους άλλους πιστεύουν ότι μπορούν να πετύχουν καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, κάνοντας λίγα λάθη, μη βιώνοντας συναισθηματικό στρες και έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

Ένας άλλος φόβος των τελειομανών είναι ο φόβος της απόρριψης. Δεν θέλουν να ανακαλύψουν οι άλλοι τα λάθη τους γιατί νομίζουν ότι αν γίνει αυτό δεν θα είναι πλέον αποδεκτοί. Με το να είναι τέλειοι προστατεύουν τους εαυτούς τους από την κριτική, την απόρριψη και την αποδοκιμασία.

Οι τελειομανείς συχνά αναφέρονται στην αυτοεκτίμησή τους μόνο σε σχέση με την ικανότητά τους να πετυχαίνουν στόχους και αυτός είναι ένας παράγοντας της χαμηλής τους αυτοεκτίμησης. Με το να θέτουν πολύ δύσκολους στόχους αυξάνουν τις πιθανότητες να μην καταφέρουν να τους πετύχουν, κάτι που έχει άμεση επίπτωση στην αυτοεκτίμησή τους αφού γι’ αυτούς η αυτοεκτίμηση μεταφράζεται ως επίτευξη στόχων.

Επίσης, επειδή συχνά οι τελειομανείς θεωρούν ότι έχουν απογοητεύσει τους άλλους, ιδιαίτερα όταν δεν καταφέρνουν να πετυχαίνουν στόχους, έχουν αυξημένα αισθήματα ντροπής και ενοχών. Για να απαλλαγούν από αυτά τα αρνητικά συναισθήματα εφαρμόζουν ένα αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση και το αίσθημα αποτυχίας των τελειομανών σε μεγαλύτερες ηλικίες μπορεί να οδηγήσει στην αυξημένη χρήση αλκοόλ, ναρκωτικών και άλλων επικίνδυνων και επιβλαβών για την υγεία ουσιών. Επίσης τελειομανή άτομα καταφεύγουν στον τζόγο ή και άλλες συμπεριφορές που εμπεριέχουν την ανάληψη ρίσκου.

Πιθανά Αίτια Τελειομανίας

Υπάρχουν εισηγήσεις ότι οι αιτίες της τελειομανίας πηγάζουν στις σχέσεις των γονέων με τα παιδιά τους. Συγκεκριμένα οι μαθητές που προέρχονται από οικογένειες με μερική ή καθόλου αποδοχή δεν μαθαίνουν πως μπορούν να ικανοποιήσουν τους γονείς τους και αυτοί που προέρχονται από οικογένειες με υπό όρους αποδοχή όπου οι γονείς επιβραβεύουν το παιδί τους μόνο όταν πλήρης επιτυχία, έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν τελειομανία.

Άλλες πιθανές αιτίες της τελειομανίας είναι η αντιγραφή από πλευράς του παιδιού των προτύπων συμπεριφοράς των τελειομανών γονέων ή η προσπάθεια ανταγωνισμού των τελειομανών συγγενών του αλλά και η τάση των δασκάλων να επιζητούν την τελειότητα και να κριτικάρουν τις ατέλειες στα επιτεύγματα των παιδιών.

Μορφές Τελειομανίας

Το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας αναφέρεται σε τρεις πιθανές εκδοχές τελειομανίας και σύμφωνα με τον Καναδικό Σύνδεσμο Ψυχολογίας καθένα από αυτά τα είδη σχετίζεται με διαφορετικού τύπου προβλήματα

  1. Εσωτερικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο τείνει να θέτει υψηλά προσωπικά πρότυπα επιτυχίας. θεωρείται ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν προβλήματα κατάθλιψης και νευρική ανορεξία.
  2. Εξωτερικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο αναμένει από τους άλλους να είναι τέλειοι στις εργασιακές τους επιδόσεις. θεωρείται ότι σχετίζονται με προβλήματα όπως ανικανοποίηση από το γάμο τους, τη σεξουαλική ζωή τους αλλά και θυμό.
  3. Κοινωνικά κατευθυνόμενοι τελειομανείς: το άτομο πιστεύει ότι τα άλλα άτομα αναμένουν την τελειότητα για τον εαυτό τους. θεωρείται ότι σχετίζονται με συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης, αλλά και με διατροφικές διαταραχές.
Εισαγωγική Φωτογραφία

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Διαταραχές Ύπνου – Αϋπνία

Ορισμός: Οι διαταραχές ύπνου περιλαμβάνουν οποιαδήποτε δυσκολία σχετική με τον ύπνο. Πιο συγκεκριμένα δυσκολία στο να κοιμηθεί κάποιος, να κοιμάται σε ακατάλληλες ώρες, υπερυπνία, ή και μη φυσιολογικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου. Βασικές Κατηγορίες Διαταραχών Ύπνου Οι διαταραχές του ύπνου, σύμφωνα με το DSM IV–TR, χωρίζονται σε 4 μεγάλους τομείς, ανάλογα με την αιτιολογία τους:

  • Κύριες διαταραχές ύπνου(δεν σχετίζονται με τις αιτιολογίες των υπόλοιπων 3 κατηγοριών)
    • Dysomnias: Χαρακτηρίζονται από ανωμαλίες στην χρονική διάρκεια, την ποιότητα, αλλά και την ώρα που ένα άτομο κοιμάται
    • Parasomnia: Χαρακτηρίζονται από ανώμαλες συμπεριφορές ή φυσιολογικής φύσεως γεγονότα που σχετίζονται με τον ύπνο, τα συγκεκριμένα στάδια του ύπνου και τις εναλλαγές ύπνου – ξύπνιου
  • Διαταραχές ύπνου σχετιζόμενες με ψυχοπαθολογία: Οι διαταραχές ύπνου έρχονται ως αποτέλεσμα της ψυχοπαθολογίας.
  • Διαταραχές ύπνου σχετιζόμενες με κλινικά προβλήματα: Οι διαταραχές ύπνου έρχονται ως αποτέλεσμα των διαταραχών στην υγεία του ατόμου, οι οποίες πιθανώς επηρεάζουν τον κύκλο ύπνου – ξύπνιου
  • Διαταραχές ύπνου σχετιζόμενες με χρήση ουσιών: Οι διαταραχές ύπνου ως αποτέλσμα χρήσης ουσιών (καφεΐνη, φάρμακα κτλ)
Υπάρχουν περισσότερες από 100 διαταραχές ύπνου τις οποίες μπορούμε να τις χωρίσουμε, ανάλογα με τη φύση τους, σε 4 βασικές κατηγορίες:
  • Δυσκολία στο να κοιμηθεί και να παραμείνει κοιμισμένος
  • Δυσκολία στο να παραμείνει ξύπνιος
  • Δυσκολία να ακολουθήσει ένα κανονικό πρόγραμμα ύπνου
  • Προβληματικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου
Αϋπνία Το βασικό στοιχείο της “Κύριας Αϋπνίας” (Primary Insomnia) είναι τα παράπονα για δυσκολίες κάποιου να μπορέσει κοιμηθεί ή να παραμείνει κοιμισμένος ή μη αναζωογονητικό ύπνο για τουλάχιστον έναν μήνα, κάτι που δημιουργεί προβλήματα στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλη περιοχή της καθημερινότητας του ατόμου. Τα προβλήματα ύπνου δεν εμφανίζονται ταυτόχρονα με άλλη διαταραχή του ύπνου ή άλλη ψυχοπαθολογία και δεν αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα της κατάχρησης ουσιών ή άλλου σωματικού προβλήματος υγείας. Η αϋπνία είναι μία διαταραχή που ανήκει στην κατηγορία που το άτομο δυσκολεύεται να κοιμηθεί και περιλαμβάνει οποιονδήποτε συνδυασμό των πιο κάτω συμπεριφορών:
  • Δυσκολία στο να κοιμηθεί κανείς, να παραμείνει κοιμισμένος
  • Διακοπτόμενος ύπνος
  • Ξύπνημα στις πολύ πρωινές ώρες
Διαγνωστικά Κριτήρια DSM
  1. Παράπονα για δυσκολία του ατόμου να κοιμηθεί ή να παραμείνει κοιμισμένο ή για μη αναζωογονητικό ύπνο, για τουλάχιστον 1 μήνα
  2. Η διαταραχή του ύπνου προκαλεί προβλήματα στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλη περιοχή της καθημερινότητας του ατόμου
  3. Η διαταραχή δεν συμβαίνει ταυτόχρονα με τις διαταραχές της Ναρκοληψίας, των Διαταραχών ύπνου σχετιζόμενων με την Αναπνοή, της Διαταραχής των Κιρκαδιανών Ρυθμών, ή της Parasomnia
  4. Η διαταραχή δεν συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη ψυχοπαθολογική διαταραχή (Μείζον Καταθλιπτικό Επεισόδιο, Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, κτλ)
  5. Η διαταραχή του ύπνου δεν είναι αποτέλεσμα χρήσης ουσιών.
Τα επεισόδια αϋπνίας μπορεί να είναι προσωρινά, βραχυπρόθεσμα (2-3 εβδομάδες) ή χρόνια. Η αϋπνία είναι η συχνότερη από τις διαταραχές ύπνου η οποία συμβαίνει περιστασιακά στο 35% του πληθυσμού και χρόνια στο 15% των ενηλίκων. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες παρουσιάζουν πιο συχνά αϋπνία από τους άνδρες και η συχνότητα αυξάνεται με την ηλικία. Ξεκινάει συνήθως στην ενηλικίωση ή στη μέση ηλικία, αν και αξίζει να σημειωθεί ότι μερικές έρευνες δείχνουν ότι κακές συμπεριφορές ύπνου παρουσιάζονται ήδη από την παιδική ηλικία. Σίγουρα η αϋπνία είναι ένα σημαντικό και ιδιαίτερα εκτεταμένο πρόβλημα. Αιτίες πρόκλησης αϋπνίας Ψυχολογικοί παράγοντες Στρεσογόννες καταστάσεις, όπως μια εξέταση, δυσκολίες στις σχέσεις συχνά προκαλούν διαταραχές ύπνου. Ένας άλλος παράγοντας είναι η σύνδεση του υπνοδωματίου, του κρεβατιού και της ρουτίνας που ακολουθεί κάποιος πριν πάει για ύπνο, λόγω ύπαρξης ενός στρεσογόννου παράγοντα (όπως η εξέταση). Ακόμα και αν φύγει ο στρεσογόννος παράγοντας (η εξέταση) οι δυσκολίες στον ύπνο παραμένουν, καθώς έχει γίνει ήδη η σύνδεση. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ακόμα και σκέψεις οι οποίες δεν αφορούν τον ύπνο, όπως μελλοντικά σχέδια, “brainstorming”, ή η αναπόληση των γεγονότων της ημέρας που πέρασε είναι παράγοντες οι οποίοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της αϋπνίας. Ψυχοπαθολογία Η αϋπνία συχνά σχετίζεται με κάποιο βαθμό ψυχοπαθολογίας, όπως η ύπαρξη δυσθυμίας, ή αγχωδών διαταραχών. Ακόμη οι έρευνες δεν έχουν δείξει ξεκάθαρα τη συσχέτιση μεταξύ της αϋπνίας και της ψυχοπαθολογίας. Κακές συνθήκες ύπνου Ο όρος αυτός αναφέρεται στις καθημερινές δραστηριότητες και συνθήκες που δεν βοηθούν την διατήρηση ενός καλού επιπέδου στον ύπνο. Παραδείγματα αποτελούν οι μικρής διάρκειας ύπνοι κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι υπερβολικές ώρες στο κρεβάτι, ακανόνιστο ωράριο ύπνου, παθητικότητα, χρήση ουσιών που δεν βοηθούν τον ύπνο, όπως καφεϊνη, σωματική άσκηση πριν τον ύπνο, ένα κακό περιβάλλον ύπνου (π.χ. κακό κρεβάτι, άβολο μαξιλάρι, κακές συνθήκες φωτισμού κτλ) Ηλικία Στους μεγαλύτερους ενήλικες παρουσιάζονται πιο συχνά προβλήματα με τον ύπνο, παρά στις μικρότερες ηλικίες (οι ηλικωμένοι καταναλώνουν πολλά υπνωτικά ,4 φορές περισσότερα από τους μεσήλικες). Δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη εάν η γήρανση σχετίζεται με την παρουσίαση διαταραχών ύπνου ή εάν η αλλαγή των συνηθειών του ύπνου είναι φυσιολογική μέσα στα πλαίσια της τρίτης ηλικίας. Ενδεικτική Βιβλιογραφία